Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

Nosferatu the Vampyre 1979

Nosferatu the Vampyre 1979

Νοσφεράτου, το φάντασμα της νύχτας


 
Σκηνοθεσία Werner Herzog

Σενάριο: Werner Herzog, Bram Stoker

Είδος: Horror ΔΕ 70, Drama

Διάρκεια: 1h 47m

Γλώσσα: Γερμανικά

Παίζουν:

Klaus Kinski: Count Dracula

Isabelle Adjani: Lucy Harker

Bruno Ganz: Jonathan Harker

Roland Topor: Renfield

Walter Ladengast: Dr. Van Helsing

Dan van Husen: Warden

Jan Groth: Harbormaster

Carsten Bodinus: Schrader

Martje Grohmann: Mina 

Σταλμένος στην Τρανσυλβανία από τον εργοδότη του για μια αγορά ιδιοκτησίας του κόμη Δράκουλα, ο Τζόναθαν Χάρκερ αφήνει το Βίσμαρ της Ολλανδίας, μη δίνοντας σημασία στα δυσοίωνα προαισθήματα της γυναίκας του Λούσυ. Όταν όμως φτάνει εκεί, βρίσκεται σ έναν κόσμο παράξενο και ανησυχαστικό, βασικά λόγω της παρουσίας του κόμη, ο οποίος αφού φορτώσει κάποια φέρετρα σε μια άμαξα εξαφανίζεται, αφήνοντάς τον έγκλειστο στο κάστρο. Στο μεταξύ, στο Βίσμαρ καταπλέει ένα καράβι γεμάτο ποντίκια που ξεχύνονται στην πόλη σκορπώντας την πανούκλα. Κάποια στιγμή έρχεται και ο Τζόναθαν, αλλά είναι βαριά άρρωστος. Η Λούσυ διαισθάνεται την αλήθεια διαβάζοντας ένα βιβλίο για τα βαμπίρ και αποφασίζει να θυσιαστεί, κρατώντας μαζί της το Δράκουλα μέχρι τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.

Ο αυθεντικός Δράκουλας, όπως τον συνέλαβε ο συγγραφέας Μπραμ Στόκερ το σωτήριον έτος 1897, είναι ένα πλάσμα σάπιο και παρακμιακό, τρομακτικό και απωθητικό, χλωμό και καταραμένο. Καμία σχέση δεν έχει με τον αριστοκράτη και γοητευτικό Δράκουλα, όπως έχει λανσαριστεί τις περισσότερες φορές στο σινεμά. Φορέας της πανούκλας, κουβαλάει μαζί του το θάνατο. Αυτόν ακριβώς τον Δράκουλα θα δείτε στο «Νοσφεράτου: Το Φάντασμα της Νύχτας».

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ η στάνταρ ιστορία του Δράκουλα που ενδιαφέρεται να αγοράσει μία έπαυλη στην καρδιά του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Τζόναθαν Χάρκερ είναι ο απεσταλμένος του κτηματομεσιτικού γραφείου στο κάστρο του Δράκουλα στα Καρπάθια Όρη. Ο Δράκουλας θα ταξιδέψει στο νέο του σπίτι, σπέρνοντας τρόμο και θάνατο. Το φινάλε της ταινίας είναι απολύτως πιστό στο μυθιστόρημα του Στόκερ.

Σημασία, όμως, δεν έχει μόνο η ιστορία αλλά και ο τρόπος απόδοσης της. Ο Werner Herzog δίνει στην ταινία λυρισμό και ποιητικότητα, πετυχαίνοντας σε ορισμένες σκηνές να κάνει την εικόνα να μιλάει από μόνη της. Η ανάβαση του Τζόναθαν (τον ερμηνεύει ο στιβαρός Bruno Ganz) στα Καρπάθια Όρη συνδυάζεται με τα πλάνα ενός τοπίου μη εξημερωμένου από τον άνθρωπο και τη απόκοσμη, σκοτεινά ιερατική μουσική του γερμανικού συγκροτήματος Popol Vuh. Στοιχειά και φαντάσματα κατοικοεδρεύουν στα μέρη αυτά, κρυμμένα κάτω από βράχους και επιπλέοντας σε ορμητικά ρυάκια, αόρατα στο γυμνό μάτι, αλλά απολύτως αισθητά στις εικόνες του Herzog. Προσέξτε επίσης το ντελίριο του πληθυσμού της πόλης που έχει καταληφθεί από τους αρουραίους και την πανούκλα που κουβαλάει ο Δράκουλας. Υπό τους ήχους ενός παραδοσιακού γεωργιανού τραγουδιού (από τον Hamlet Gonashvili, τη «φωνή της Γεωργίας»), η απελπισία και η κοινωνική και ηθική κατάρρευση αποτυπώνεται ανάγλυφα στα πλάνα του Herzog.

Τον Δράκουλα ερμηνεύει ο-λες και ήταν γεννημένος για το ρόλο-Klaus Kinski. Η μορφή και η κοψιά του Kinski (πρόσωπο με λεπτά χαρακτηριστικά, λεπτός και καχεκτικός) συμπληρώνουν αρμονικά την ερμηνεία του, αποδίδοντας στο πιο στοιχειώδες και αληθινό επίπεδο τη φύση του Δράκουλα˙ μια φύση στοιχειωμένη και καταραμένη να περιδιαβαίνει τη Γη ως ένα Φάντασμα της Νύχτας που δεν μπορεί να βρει συμπόνια ή συμπάθεια από κανένα ον της πλάσης. Οι επισκέψεις του Δράκουλα στο σπίτι της Lucy (την οποία ερμηνεύει, με την πορσελάνινη ομορφιά της, η Isabelle Adjani) ή η επιβολή του στον Τζόναθαν έχουν την αμεσότητα του εφιάλτη.

Προειδοποιώ πως η ταινία δύσκολα θα ικανοποιήσει όποιον αναζητά ένα δυνατό σενάριο, μια πρωτότυπη ιστορία ή/και γρήγορο ξεδίπλωμα της ιστορίας. Πολλοί θα την βρείτε αργή. Η ταινία, όμως, πλεονάζει από εικόνες και σκηνές που θα μείνουν στο μυαλό του αφιερωμένου στην ταινία θεατή, γι’ αυτό επιτρέψτε μου να δώσω την εξής οδηγία: αν αποφασίσετε να της δώσετε μια ευκαιρία, να της την δώσετε οπωσδήποτε αργά το βράδυ, απερίσπαστοι, με σκοτάδι και ησυχία! Μόνο τότε θα μπορέσετε να διακρίνετε πραγματικά το Φάντασμα της Νύχτας.

Υ.Γ.: Οι σκηνές με διάλογο γυρίστηκαν εις διπλούν˙ μία φορά με αγγλικούς διαλόγους και μία με γερμανικούς. Οπότε, η αγγλική εκδοχή δεν είναι ντουμπλαρισμένη. 

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

The Coming of Sin 1978

The Coming of Sin 1978

Ο ερχομός της αμαρτίας 

Σκηνοθεσία José Ramón Larraz

Σενάριο: José Ramón Larraz, Monique Pastrynn

Είδος: Horror ΔΕ 70, Thriller

Διάρκεια: 1h 33m

Γλώσσα: Ισπανικά

Παίζουν:

Patricia Granada: Lorna Western

Lidia Zuazo: Triana

Rafael Machado: Chico

David Thomson: Malcolm Grainger

Montserrat Julió: Sally Grainger

 

Στον ‘βρώμικο’ κόσμο του cult κινηματογράφου, υπάρχει μια γωνιά αφιερωμένη σε films, που αμφιταλαντεύτηκαν ανάμεσα στο sleazy γυμνό και τη ματιά του καλλιτέχνη. Αυτές οι ταινίες, αν και ξεχείλιζαν από ερωτισμό, ξεχώρισαν, περισσότερο, για το εικαστικό άγγιγμα του δημιουργού τους.

Ο Larraz, όπως ο Walerian Borowczyk κι ο Jean Rollin, πρωτοστάτησαν στο λεγόμενο art exploitation, μια πιο διακριτική προσέγγιση σε θεματολογία taboo, που, σε άλλες, περιπτώσεις, αποτελούσε αφορμή για ακρότητες στη μεγάλη οθόνη. Ο Ισπανός σκηνοθέτης πέρασε αρκετά χρόνια στη Γαλλία και το Βέλγιο, δουλεύοντας, ως κομίστας και αργότερα μετακόμισε, μαζί με την Αγγλίδα γυναίκα του, στη Μεγάλη Βρετανία, όπου γύρισε τις περισσότερες ταινίες του.

Στο The Coming of Sin μας παρουσιάζει το παράξενο και καταδικασμένο ερωτικό τριγώνο, ανάμεσα σε μια ζωγράφο, μια νεαρή τσιγγάνα, την οποία θέτει υπό την προστασία της και έναν hunky τυχοδιώκτη. Το ζεστό μεσογειακό καλοκαίρι, προσδίδει έναν εξωτικό αέρα και πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνουν τα γυμνά κορμιά των ηθοποιών, ανάμεσα σε παθιασμένα flamenco και ξαφνικές τροπικές καταιγίδες.

Πέρα από τις πικάντικες ερωτικές σκηνές, ωστόσο, γίνεται φανερή η προσπάθεια του Larraz να δημιουργήσει μια ονειρική ατμόσφαιρα, με τη χρήση αισθησιασμού, δυνατών συμβολισμών και μια δόση φροϋδικής ψυχολογίας. Επιπλέον, αποπειράται να μεταφέρει στην οθόνη μια decadent αναγεννησιακή αισθητική, ντύνοντας την ταινία του με αντίστοιχες χρωματικές αποχρώσεις. Αν λάβουμε υπόψιν το περιορισμένο budget της παραγωγής, μπορούμε να πούμε, πως τα καταφέρνει μια χαρά.

Η σεναριακή δομή είναι, βέβαια, κάπως αδύναμη, οι ερμηνείες ρηχές και το πρόχειρο dubbing της κόπιας που είδα δε βοηθά καθόλου. Παρ’ όλ’ αυτά, τα θέματα που θέλει να θίξει ο σκηνοθέτης είναι φανερά και παίζουν σε αντιθετικά ζευγάρια: ο πολιτισμός απέναντι στον πρωτογονισμό, η γνώση ενάντια στην προκατάληψη και τελικά η μάχη της λογικής με το πεπρωμένο.

       Κατάλληλο viewing για τις καυτές καλοκαιρινές νύχτες, που πλησιάζουν, θα ικανοποιήσει εκείνους που θέλουν κουλτούρα και soft core στο ίδιο πακέτο. 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

INVASION OF THE BODY SNATCHERS 1978

INVASION OF THE BODY SNATCHERS 1978

Μακάβρια εισβολή 


Σκηνοθεσία Philip Kaufman

Σενάριο: W.D. Richter, Jack Finney

Είδος: Horror ΔΕ 70

Διάρκεια: 1h 55mΓλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

            Donald Sutherland: Matthew Bennell

Brooke Adams: Elizabeth Driscoll

Jeff Goldblum: Jack Bellicec

Veronica Cartwright: Nancy Bellicec

Leonard Nimoy: Dr. David Kibner

Art Hindle: Geoffrey

Lelia Goldoni: Lelia Goldoni 

Τα περισσότερα ριμέικ στην ιστορία του σινεμά φαίνεται πως πάσχουν από το ίδιο σύμπτωμα. Ονομάζεται τεμπελιά. Σίγουρα δεν υπάρχει πιο οκνηρή λύση από το να αναπαράγεις εμπορικά μια ήδη δοκιμασμένη επιτυχία του παρελθόντος, μεταμφιέζοντας το εγχείρημα με την πρόφαση της ανανέωσης. Τίποτα το δημιουργικό δεν υπάρχει, ωστόσο, πίσω από μια τόσο ανώφελη επιχείρηση. Και, όπως έχουμε διδαχτεί αρκετές φορές, τα ελάχιστα καλά ριμέικ είναι πάντοτε εκείνα που διαλέγουν να διαφοροποιηθούν από τον προκάτοχό τους, επιχειρώντας μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν η οποία δεν στηρίζεται τόσο στην ομώνυμη, κλασική δημιουργία του Ντον Σίγκελ, αλλά επιλέγει να διασκευάσει για δεύτερη φορά ένα εμβληματικό βιβλίο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Το «The Body Snatchers» ο Τζακ Φίνεϊ το κυκλοφόρησε στα 1955, περιγράφοντας πώς μια μικρή πόλη παραδίδεται στο έλεος εξωγήινων οργανισμών που μοιάζουν και συμπεριφέρονται ακριβώς όπως οι άνθρωποι στων οποίων τα σώματα εισβάλλουν, όταν εκείνοι πέφτουν για ύπνο. Η μόνη διαφορά είναι η ανικανότητά τους να αναπαράγουν τα γήινα συναισθήματα, μοιάζοντας στην πραγματικότητα με άψυχα ανθρώπινα δοχεία. Αφήνοντας την θαυμάσια αλληγορία της ανοιχτή προς κάθε πιθανή ανάγνωση, η ιστορία του Φίνεϊ κατόρθωσε στις τέσσερις κινηματογραφικές διασκευές που γνώρισε έως σήμερα, να γίνει ένας αντιπροσωπευτικός καθρέφτης των συλλογικών πολιτικοκοινωνικών ψυχώσεων και της μαζικής παράνοιας που προσέβαλε την Αμερική στην εκάστοτε εποχή που εκπροσωπούσε κάθε φιλμ.

Ένας αντιπροσωπευτικός καθρέφτης των συλλογικών πολιτικοκοινωνικών ψυχώσεων και της μαζικής παράνοιας που προσέβαλε την Αμερική

Στην αριστουργηματική εκδοχή που σκηνοθέτησε ο Ντον Σίγκελ το 1956, στην καρδιά της αντικομουνιστικής υστερίας, οι εξωγήινοι εισβολείς μπορούν να διαβαστούν είτε ως πανούργοι εκπρόσωποι του «Κόκκινου κινδύνου», είτε ως όργανα του δηλητηριώδους κυνηγιού μαγισσών που είχε εξαπολύσει ο μακαρθισμός. Δυο δεκαετίες μετά, ο Φίλιπ Κάουφμαν μεταφέρει την δράση από την επαρχιακή κωμόπολη της ταινίας του Σίγκελ, και των κατ’ επίφαση ειδυλλιακών fifties, στην πόλη του Σαν Φρανσίσκο. Δέκα χρόνια μετά το Καλοκαίρι της Αγάπης, την ουτοπική επανάσταση του χιπισμού και την υπόσχεση ενός καλύτερου κόσμου που έδωσαν τα χρόνια του ’60, δίχως να την τηρήσουν, ο Κάουφμαν χρησιμοποιεί την πλοκή του Φίνεϊ για να αναρωτηθεί τι απέγιναν τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκε η γενιά του και να πλάσει ένα άκρως ανησυχητικό πορτρέτο της εγωιστικής, επιθετικά απρόσωπης εποχής που έβλεπε να εκτυλίσσεται γύρω του.

Με τους ελάχιστους εκπροσώπους της τότε αντικουλτούρας να έχουν αφομοιωθεί και ολόκληρη την κοινωνία να έχει παραδοθεί στον δικό της συμβολικό ύπνο, οι διαγαλαξιακοί εισβολείς κατορθώνουν με απίστευτη ευκολία να κατακτήσουν μια κάστα αλλοτριωμένων ανθρώπων, τόσο απασχολημένων με τον εαυτό τους ώστε αδυνατούν να καταλάβουν ότι οι οικείοι τους έχουν αλλάξει.

Όπως ο Ντον Σίγκελ, έτσι και ο Φίλιπ Κάουφμαν επιχειρεί να προσεγγίσει μια ιστορία καθαρής φαντασίας, δίχως να ανήκει καθόλου στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος. Ίσως εκεί να οφείλουμε και το γεγονός ότι οι ταινίες τους δεν χρησιμοποιούν καμιά από τις συνήθεις φόρμουλες αλλά επικαλούνται μια αίσθηση ρεαλισμού που κάνει τα δρώμενα πιο ανατριχιαστικά. Αντίθετα, όμως, με το «Invasion» του 1956, που χρησιμοποιούσε μια πιο σφιχτοδεμένη και λακωνική αφήγηση, η ταινία του Κάουφμαν χτίζεται γύρω από μια σειρά χαλαρών επεισοδίων που οδηγούν ήρωες και κοινό μεθοδικά στην τρομακτική αποκάλυψη.

Ο Κάουφμαν χρησιμοποιεί την πλοκή για να πλάσει ένα άκρως ανησυχητικό πορτρέτο της επιθετικά απρόσωπης εποχής που έβλεπε να εξαπλώνεται γύρω του

Απόλυτα εναρμονισμένος με το ανθρωποκεντρικό και διαλογικό αμερικανικό σινεμά του ’70, ο Κάουφμαν αφήνει την δράση να εξελιχθεί μέσα από την διαδραστικότητα των χαρακτήρων, αδιαφορώντας αν στην πορεία θυσιάσει τα εφέ και το θέαμα. Μόνο όταν η αποτρόπαια συνομωσία ξεσκεπαστεί πλήρως, το φιλμ μετατρέπεται σε αγωνιώδη περιπέτεια και λυσσαλέο κυνηγητό, καθώς οι ελάχιστοι εναπομείναντες άνθρωποι τρέχουν να σωθούν, δίχως να γνωρίζουν ότι οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε ένα από τα πιο απαισιόδοξα φινάλε ταινίας.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της εποχής, το οποίο η ταινία αξιοποιεί ιδανικά, είναι ένας πένθιμος σχεδόν πεσιμισμός και μια αίσθηση κλιμακούμενης παράνοιας που τρυπώνει ύπουλα μέσα από την απειλητική φωτογραφία, το απόκοσμο σάουντρακ, το κλίμα του νοσηρού και την παγερή ατμόσφαιρα που σφίγγει ασφυκτικά γύρω από τους ήρωες. Στα συστατικά αυτά οφείλει το δεύτερο «Invasion of the Body Snatchers» (ελληνικός τίτλος: «Μακάβρια Εισβολή») το γεγονός ότι δεν πέτυχε στα ταμεία και δεν κέρδισε τους κριτικούς στην πλειοψηφία τους. Το κοινό βρήκε δυσκολοχώνευτο το σοκαριστικό, βίαια απαισιόδοξο φινάλε που πρότεινε ο Κάουφμαν (αντίθετα με το βιβλίο, που πρόσφερε ένα λυτρωτικό χάπι εντ), ενώ η σκιά του κλασικού b movie στο οποίο ελάχιστα έμοιαζε το ριμέικ έπεφτε εξίσου βαριά στους ώμους του εξαιρετικού αυτού ριμέικ.

Αδίκως, μια και η ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν παίρνει την έννοια του ριμέικ και της προδίδει αξιοπρέπεια και λόγο ύπαρξης, αντλώντας από το βιβλίο του Φίνεϊ όχι μόνο μια υποδειγματική ταινία τρόμου αλλά και μια μαύρη σάτιρα της μετά το Βιετνάμ και το Γουοτεργκέιτ εποχής, γνωστής και ως «me decade», που υπήρξε ολόκληρο το ’70 για την Αμερική. 

DAWN OF THE DEAD 1978

DAWN OF THE DEAD 1978

Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών

Δ

Σκηνοθεσία
: George A. Romero

Σενάριο: George A. Romero

Είδος: Horror ΔΕ 70

Διάρκεια: 2h 20m

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

David Emge: Stephen

Ken Foree: Peter

Scott H. Reiniger: Roger

Gaylen Ross: Francine

David Crawford: Dr. Foster

David Early: Mr. Berman

 

Ενώ το πρόβλημα των ζωντανών νεκρών έχει μετατραπεί πλέον σε πανδημία, τέσσερις άνθρωποι καταφεύγουν σε ένα εμπορικό κέντρο για να προστατευθούν από τα ζόμπι.

Δέκα χρόνια μετά τον σάλο που προκάλεσε το Night of the Living Dead, o George Romero, μαζί με τον παραγωγό του Richard Rubinstein, προσπαθούσαν να βρουν χρηματοδότηση για τη δημιουργία ενός sequel της κλασσικής ταινίας τρόμου. Η ιδέα αυτή όμως δεν έβρισκε ανταπόκριση από τις αμερικάνικες εταιρίες παραγωγής, με αποτέλεσμα το project να φαίνεται ότι θα είχε άδοξο και πρόωρο τέλος. Τότε έσκασε μύτη ο Dario Argento, φανατικός λάτρης του Night of the Living Dead, ο οποίος όταν έμαθε την ιδέα του Romero αποφάσισε να βοηθήσει. Κατάφερε να βρει χρηματοδότες, παίρνοντας ο ίδιος τα δικαιώματα της παγκόσμιας διανομής της ταινίας, βοήθησε στο σενάριο, ενώ ο αδερφός του Claudio Argento ανέλαβε, μαζί με τον Rubinstein την παραγωγή. Με την παραγωγή να βρίσκεται στα σκαριά, ο Romero προσλαμβάνει τον μάστορα του make-up και των οπτικών εφφε Tom Savini, έναν άνθρωπο που θα είχε αναλάβει το ίδιο πόστο και στο Night of the Living Dead αν δεν τον προλάβαινε η στράτευσή του και η συμμετοχή του στον πόλεμο του Βιετνάμ. Με μια σταθερή χρηματοδότηση που του διέθεσε ένα ικανοποιητικό μπάτζετ, την ελευθερία που του προσέφερε η ανεξάρτητη παραγωγή, έναν από τους καλύτερους make-up artitst στην ιστορία του κινηματογράφου τρόμου και τον ίδιο στην πιο γόνιμη σκηνοθετική του περίοδο, o Romero γύρισε για πρώτη και τελευταία φορά μια ταινία τρόμου όπως ο ίδιος ήθελε.

Το τελικό αποτέλεσμα του Dawn of the Dead μνημονεύεται μέχρι τις μέρες μας, 35 χρόνια μετά τη δημιουργία του, ως η καλύτερη δουλειά του σκηνοθέτη, η καλύτερη ταινία με ζόμπι και για πολλούς ως η καλύτερη ταινία τρόμου όλων των εποχών. Αντίθετα με του μαέστρους του ιταλικού τρόμου, ο Romero είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε κοινωνικά θέματα, πράγμα που είναι εμφανές στις περισσότερες από τις ταινίες του. Αντίθετα λοιπόν, με τον καταιγισμό και τη βαρβαρότητα των ταινιών του Fulci, o Romero προσέθετε στην ιστορία μια διαφορετική οπτική που πολλές φορές αποτελούσε ένα είδος κριτικής στη σύγχρονη κοινωνία. Και αν στο Night of the Living Dead το σχόλιο του για τον τρόπο λειτουργίας της αμερικάνικης κοινωνίας τη δεκαετία του ΄60 βρισκόταν πίσω από το αίμα και τη βία, στο Dawn of the Dead είναι τόσο πασιφανές που κάνει αρκετούς λάτρεις των ταινιών τρόμου να τη θεωρούν βαριά και δυσκίνητη. Η προβληματική του Romero απλώνεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, χωρίς όμως ποτέ ο Romero να μετατρέπει το Dawn of the Dead σε ένα δυσκοίλιο, ακαδημαϊκό σχόλιο αφού η αλληγορική διάθεση κρατιέται σε επίπεδα που δεν αποπροσανατολίζει το αποτέλεσμα από το είδος του καθαρόαιμου τρόμου. Επιπλέον, αντίθετα με το Night of the Living Dead, και το μεταγενέστερο Day of the Dead, η ταινία δεν ακολουθεί ένα πνιγηρό, σκοτεινό, πεσιμιστικό ύφος, αλλά αντίθετα κρατά στον πυρήνα της έναν υποχθόνιο, σαρκαστικό τόνο που παράλληλα τρομάζει, διασκεδάζει και προβληματίζει. Χωρίς να μοιάζει τόσο τρομακτικό όσο ο προκάτοχός του, το Dawn of the Dead μοιάζει στην επιφάνεια να είναι ένα βήμα πίσω σε σχέση με το καταιγιστικό Night of the Living Dead. Στην πραγματικότητα όμως, αυτός ο ειρωνικός τόνος και η σαρκαστική διάθεση που έχει το Dawn of the Dead το κάνει είναι αρκετό πιο ενοχλητικό και σοβαρό, διατηρώντας στο σύνολό του μια ύπουλα ανατρεπτική διάθεση. Σάτιρα, μαύρο χιούμορ, κοινωνικό σχόλιο πάνω στον ηδονισμό της σύγχρονης κοινωνίας, την καταναλωτική κουλτούρα, το αμερικάνικο όνειρο, την παθητικότητα και την κενότητα του αμερικάνικου τρόπου ζωής, την κοινωνική απάθεια και την αδράνεια που χαρακτηρίζει την υλιστική εποχή, παντρεύονται με ισόποσες δόσεις αίματος, βίας και gore, σε ένα αποτέλεσμα που ακολουθεί μια βραδυφλεγή τροχιά προς ένα αναπόφευκτο κατακλυσμιαίο φινάλε. Ο Romero δεν βιάζεται καθόλου, αφού δίνει αρκετό χώρο και βάθος στους χαρακτήρες του, οικοδομώντας ένα κλίμα ψευδούς ασφάλειας με την ένταση και την αγωνία να πυρακτώνονται αργά και βασανιστικά πίσω από κάθε πλάνο. Ακολουθώντας το αφηγηματικό ύφος μιας παραβολής πάνω στη εύθραυστη δομή της σύγχρονης κοινωνίας και της πλασματικής ασφάλειας που προσφέρει η ηδονιστική κατανάλωση, ο Romero φαίνεται να βάζει στόχο να δώσει, μέσα από τις εικόνες μια μετα-αποκαλυπτικής κοινωνίας, τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος, παραδομένος στην υλιστική ευδαιμονία, δεν αντιλαμβάνεται την ταχύτητα με την οποία παρακμάζει κι αποσυντίθεται το κοινωνικό του περιβάλλον. Και όλα αυτά εμφανίζονται πάντα μέσα από την διαρκή αντιπαράθεση των βίαιων ζόμπι που λειτουργούν με βάση το ένστικτο και την ακόρεστη πείνα τους για ανθρώπινη σάρκα με τους τέσσερις επιζώντες που χωρίς καμία λογική αγκιστρώνονται σε μια άστοχη προσπάθεια ικανοποίησης των καταναλωτικών τους αναγκών, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος καταρρέει γύρω τους. Καλά όλα τα παραπάνω, αλλά εδώ δεν μιλάμε για στρατευμένο σινεμά που θέλει να περάσει βαριά μηνύματα, αλλά για ταινία τρόμου. Και σ'αυτή την περίπτωση όμως, ο Romero δεν κάνει λάθος. Με τον Savini σε μεγάλη φόρμα, με αναφορές στα pulp περιοδικά και στην comic μυθολογία, με μια έντονα διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, με το gore να φτάνει σε εντυπωσιακά επίπεδα, με μια σχεδόν πορνογραφική απεικόνιση της βίας, ο Romero βγάζει από το οπλοστάσιό του απεντερώσεις, ξεκοιλιάσματα, ακρωτηριασμούς, διαλυμένα κεφάλια και ανατριχιαστικές σκηνές κατανάλωσης ανθρώπινης σάρκας, με το τελευταίο μέρος του Dawn of the Dead να αποτελεί ένα φεστιβάλ αίματος και βίας. Ο Romero χειραγωγεί τον θεατή, ώστε να συμπαθήσει τους βασικούς χαρακτήρες, να μπει ο ίδιος στη θέση τους, να νιώσει την ασφάλεια που κι εκείνοι νιώθουν, μέχρι την τελευταία έκρηξη βίας που θα καταστρέψει την ειδυλλιακή ουτοπία στην οποία ζούσαν. Διατηρώντας έναν σχετικά ρεαλιστικό τόνο, όσο ρεαλιστική μπορεί να είναι μια ταινία με ζόμπι, το πρώτο μέρος του Dawn of the Dead αποτελεί στην πραγματικότητα έναν εκτεταμένο πρόλογο που το κινηματογραφικό κοινό νιώθει ότι θα οδηγήσει σε μια μακάβρια έκρηξη βίας. Κι εδώ βρίσκεται η μαεστρία του Romero, ο οποίος καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αίσθημα που παίζει ανάμεσα στην φαινομενική ασφάλεια και στη λανθάνουσα απειλή κι ένα κλίμα που μοιάζει ταυτόχρονα ειδυλλιακό και επικίνδυνα ρευστό, αναπτύσσοντας με ύπουλο, υπνωτικό τρόπο την αγωνία και την αβεβαιότητα. Οι κωμικοί διάλογοι, κάποια slapstick στοιχεία και οι over-the-top συμπεριφορές διατηρούν τον νωχελικό ρυθμό και χειραγωγούν τις προσδοκίες του θεατή, έτσι ώστε η τελική έκρηξη, παρά το γεγονός ότι είναι αναμενόμενη, να έρχεται απότομα και επώδυνα. Σωστή ισορροπία σάτιρας και κοινωνικού σχολίου, όσο κι αν μοιάζει κάτι διαφορετικό, το Dawn of the Dead αποδεικνύεται στο τέλος μια σκοτεινή, σαρκαστική, καθαρόαιμη ταινία τρόμου. Η ταινία κυκλοφορεί σε δύο version, την αμερικάνική εκδοχή διάρκειας 140 λεπτών, και την ευρωπαϊκή εκδοχή για τις μη-αγγλόφωνες χώρες όπου το τελικό μοντάζ το ανέλαβε ο Argento με τη διάρκεια της ταινίας να περιορίζεται στα 120 λεπτά και το soundtrack της ταινίας να αντικαθίσταται από την μουσική των Goblin. Καλές εκδοχές και οι δυο, με την πρώτη να είναι ακριβώς όπως ήθελε ο Romero, και την δεύτερη να φαίνεται κάπως πιο γρήγορη. 

DAM OMEN II 1978

DAM OMEN II 1978

Ο μικρός αντίχριστος

Σκηνοθεσία: Don TaylorMike, Hodges

Σενάριο: Jeffrey Konvitz, Michael Winne

Είδος: Horror ΔΕ 70

Διάρκεια: 1h 47m

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

William Holden: Richard Thorn

Lee Grant: Ann Thorn

Jonathan Scott-Taylor: Damien Thorn

Robert Foxworth: Paul Buher

Nicholas Pryor: Charles Warren

Lew Ayres: Bill Atherton

Sylvia Sidney: Aunt Marion

Lance Henriksen: Sergeant Neff

Elizabeth Shepherd: Joan Hart

 

Ο Ντέμιεν, ο γιος του Σατανά, είναι 15 χρονών και ζει μαζί με το θείο του Ρίτσαρντ Θορν και τη θεία του Ανν. Καθώς ο Ντέμιεν ανακαλύπτει τις δυνάμεις και τους προστάτες του, σχεδιάζει να πάρει τον έλεγχο των επιχειρήσεων του θείου του και σε τελική φάση να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο. Το σατανικό σχέδιο βρίσκεται σε εξέλιξη και όποιος επιχειρεί να αποκαλύψει μυστικά σχετικά με το αμαρτωλό παρελθόν ή το δαιμονικό μέλλον του Ντέμιεν έχει τραγική κατάληξη…

Το «Omen ΙΙ: Damien» σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το «The Omen», έλαβε μικτές κριτικές και όπως είναι λογικό, εμπορικά κινήθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά όμως, είναι ένα πολύ καλό θρίλερ που αξίζει να δει κάποιος, έχοντας δει βέβαια την πρώτη ταινία. Η μουσική είναι και πάλι του Jerry Goldsmith και αυτή τη φορά εκπληκτική βοηθάει πολύ την ταινία, στις σκηνές όπου η αγωνία κορυφώνεται. 

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Dracula 1979

 

Dracula 1979

Κόμης Δράκουλας:

Φυγή από τα Καρπάθια


Σκηνοθεσία: Michael Winner

Σενάριο: Jeffrey Konvitz, Michael Winne

Είδος: Horror ΔΕ 70

Διάρκεια: 1h 32m

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Frank Langella: Count Dracula

Laurence Olivier:! Prof. Abraham Van Helsing

Donald Pleasence: Dr. Jack Seward

Kate Nelligan: Lucy Seward

Trevor Eve: Jonathan Harker

Jan Francis: Mina Van Helsing

Janine Duvitski: Annie

 

Κόμης Δράκουλας: Φυγή απ' τα Καρπάθια (Dracula) είναι μια ταινία τρόμου του 1979, σε σκηνοθεσία του Τζον Μπάνταμ.

Όπως στην ταινία του 1931 Ο Κόμης Δράκουλας, το σενάριο για αυτήν την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ βασίζεται πάνω σε μια θεατρική παράσταση από τους Χάμιλτον Ντιν και Τζον Λ. Μπάλντερστον.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι: Φρανκ Λάνγκελα (Δράκουλας), Λόρενς Ολίβιε (Καθηγητής Βαν Χέλσινγκ), Ντόναλντ Πλέζανς (Δρ. Τζακ Σούαρντ), Κέιτ Νέλλιγκαν (Λούσι Σούαρντ), Τρέβορ Άιβι (Τζόναθαν Χάρκερ), Ζαν Φρανσίς (Μίνα Βαν Χέλσινγκ) και Τόνι Χέιγκαρθ (Μάιλο Ρένφιλντ).

Η υπόθεση της ταινίας διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Κόμης Δράκουλας εγκαταλείπει τα Καρπάθια Όρη και εγκαθίσταται στη μικρή πόλη Γουίτμπι στην Αγγλία. Εκεί γνωρίζει τον γιατρό Σούαρντ, διευθυντή του τοπικού ψυχιατρείου. Σύντομα ο τρόμος και ο πανικός καταλαμβάνει τους κατοίκους της πόλης και ο Βαν Χέλσινγκ, αμείλικτος εχθρός του Δράκουλα, αποφασίζει να αναλάβει δράση...

Ένα καράβι ναυαγεί στο Γουίτμπι κι ο μόνος επιζώντας κείτεται στην παραλία. Είναι ο κόμης Δράκουλας και η κοπέλα που τον βρίσκει είναι η Μίνα που επισκέπτεται την φίλη της, Λούσι, τον αρραβωνια-

στικό της και τον πατέρα της που διοικεί το τοπικό άσυλο ανιάτων. Ο κόμης θα κατακτήσει την Μίνα και θα βάλει πλώρη για την Λούσι, επιδιώκοντας να την κάνει την πρώτη του νύφη. Η Μίνα πεθαίνει, η οικογένεια ζητά βοήθεια κι αυτή έρχεται με το πρόσωπο του Δρ Βαν Χέλσινγκ

The Sentinel 1977

The Sentinel 1977

Τα μυστηριώδη εγκλήματα 


Σκηνοθεσία: Michael Winner

Σενάριο: Jeffrey Konvitz, Michael Winne

Είδος: Horror ΔΕ 70

Διάρκεια: 1h 32m

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Chris Sarandon: Michael Lerman

Cristina Raines: Alison Parker

Martin Balsam: Professor Ruzinsky

John Carradine: Father Halliran

José Ferrer: Robed Figure

Ava Gardner: Miss Logan

Arthur Kennedy: Monsignor Franchino

 

Μια νέα, μοντέλο στο επάγγελμα, νοικιάζει ένα διαμέρισμα σε παλιά πολυκατοικία της Νέας Υόρκης. Σύντομα θα αρχίσουν να συμβαίνουν παράξενα σκηνικά που επηρεάζουν τη ζωή της νεαρής κάνοντας την να σκεφτεί ότι ίσως είναι θύμα μιας καλοστημένης πλεκτάνης

Ο Michael Winner έγινε παγκοσμίως γνωστός στο χώρο του ευρύτερου exploitation σινεμά από το μνημειώδες DEATH WISH και την κατοπινή του συνεργασία με τον Charles Bronson. Στην καριέρα του κινήθηκε γενικά προς το είδος του βίαιου αστυνομικού και όχι μόνο θρίλερ στο οποίο και διέπρεψε και έγινε ένα hot όνομα σχεδόν σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’70. Το THE SENTINEL είναι μια από τις σπάνιες ταινίες τρόμου του σκηνοθέτη εκείνη την περίοδο και βλέποντας την κανείς δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το ξεκάθαρο ταλέντο του Winner και να σκεφτεί πόσες ακόμα ταινιάρες θα μπορούσε να είχε παράγει αν συνέχιζε με το συγκεκριμένο είδος.

Βασισμένη στο βιβλίο του Jeffrey Konvitz που μαζί με τον Michael Winner έγραψαν το σενάριο, το THE SENTINEL είναι σε γενικές γραμμές μια μίξη του ROSEMARYS BABY και του THE EXORCIST, αν και έχει ξεκάθαρα την δική του προσωπικότητα και χαρακτήρα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα προαναφερόμενα και να στέκεται με άνεση δίπλα τους σαν ένα απόλυτα επιτυχημένο δείγμα θρησκευτικού και κατακλυσμικού τρόμου της χρυσής αυτής εποχής.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία της νεαρής Alison Parker, μοντέλου στο επάγγελμα, που νοικιάζει ένα διαμέρισμα σε ένα συγκρότημα κατοικιών στη Νέα Υόρκη σε πολύ συμφέρουσα τιμή. Γρήγορα η νεαρή γνωρίζει ορισμένους από τους ιδιόρρυθμους και παράξενους γείτονες της, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα παράξενα συμβάντα αρχίζουν να λαμβάνουν χώρο στη ζωή της, όπως παράξενα όνειρα και οράματα, θόρυβοι από διαμερίσματα που πίστευε ότι ήταν άδεια κλπ.

 

Μια μέρα προσκαλείται και συμμετέχει στο πάρτι γενεθλίων της.. γάτας ενός από τους ενοίκους (του Burgess Meredith) με όλους τους παράξενους και έκφυλους γείτονες και γειτόνισσες να της συστήνονται κατά τη διάρκεια του πάρτι. Τη νύχτα οι θόρυβοι από το πάνω διαμέρισμα δεν την αφήνουν να κοιμηθεί και την παρασύρουν σε ένα σχεδόν ονειρικό ταξίδι μέσα στο κτίριο όπου σε μια απόλυτα ατμοσφαιρική και τρομακτική σεκάνς συναντάει τον πατέρα της τον οποίο και μαχαιρώνει πάνω στην τρομάρα της.

Ο τρόμος μεγαλώνει ακόμα περισσότερο όταν η μεσίτης του γραφείου ενοικιάσεων που της βρήκε το σπίτι της λέει ότι το κτίριο είναι ακατοίκητο εδώ και πολλά χρόνια, και ότι οι μόνοι ένοικοι είναι η ίδια και ένας τυφλός παπάς που βρίσκεται σε απομόνωση και μένει στο ρετιρέ του κτιρίου. Τι ήταν όμως οι γείτονες που με τόσο ζωντανό τρόπο της συστήθηκαν και πέρασε την προηγούμενη νύχτα μαζί τους;

Στο συγκεκριμένο ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει και ο αρραβωνιαστικός της, Chris Sarandon, που αρχίζει να ερευνάει σε βάθος την υπόθεση του κτιρίου, του μυστηριώδη παπά και των πνευμάτων των γειτόνων που είδε η Alison και ανακαλύπτει ότι ένα μυστηριώδες και απόκρυφο σχέδιο είναι σε εξέλιξη στο κτίριο, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η ανυποψίαστη Alison.

Ατμόσφαιρα, μυστήριο, ενδιαφέρουσα πλοκή και πλήθος από άμεσα αναγνωρίσιμα ονόματα σε συμπληρωματικούς ρόλους χαρακτηρίζουν μια ανατριχιαστική ταινία εμπλουτισμένη με στρατηγικά τοποθετημένο sleaze από τον Michael Winner που με την σίγουρη και ρυθμική σκηνοθεσία του κάνει ακόμα και τις σεναριακές κακοτοπιές να περνούν απαρατήρητες μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα. Αυτό το πετυχαίνει με πλάνα έντασης και σασπένς και πολλές σόκιν σκηνές διαστροφικής και αφύσικης σεξουαλικότητας οι οποίες είναι διάσπαρτες εδώ κι εκεί και αποτρέπουν την όποια ανία από πλευράς θεατών.

Από εκεί και πέρα έχουμε και κάποιες σκηνές ανθολογίας, όπως μερικές ονειρικές σεκάνς της Alison και φυσικά την τελική σκηνή όπου πλήθος παραμορφωμένων ατόμων κάνουν την εμφάνιση τους, κάτι που σχολιάστηκε αρνητικά την εποχή που κυκλοφόρησε η ταινία μιας και όλοι οι πρωταγωνιστές της είναι όντως άτομα με ειδικές ανάγκες και χρησιμοποιήθηκαν από τον Winner σε μια (απόλυτα επιτυχημένη πάντως) προσπάθεια να κάνει τη συγκεκριμένη σκηνή ακόμα πιο εφιαλτική σε ποιότητα. Και πράγματι, η συγκεκριμένη σκηνή θα μπορούσε να είναι βγαλμένη κατευθείαν από την Κόλαση, μια κόλαση που ίσως δίνεται πιο αποτελεσματικά από ποτέ άλλοτε στο σινεμά τρόμου από τον Michael Winner.

Εφιαλτική και κολασμένη είναι και η όλη ατμόσφαιρα του THE SENTINEL από την αρχή ως το τέλος του που γίνεται ακόμα πιο έντονη από τη συνεχή βέβηλη και ακαθόριστα βλάσφημη προσέγγιση του Winner στο θέμα του. Δεν υπάρχει gore ούτε ιδιαίτερη βία, αλλά αίσθηση μου είναι ότι κάτι τέτοιο ίσως να έκανε περισσότερο βατό τον αδυσώπητο ψυχολογικό τρόμο και αβεβαιότητα που δίνει το μεγάλο ενδιαφέρον στην ταινία. Οι κοιλιές περνούν απλά απαρατήρητες, όπως και οι περισσότερες σεναριακές αφέλειες αλλά και οι ούτως ή άλλως ελάχιστες κάτω του μετρίου ερμηνείες και αυτό που κυριαρχεί είναι ο τρόμος, αγνός και αποκαλυπτικός.

Και είναι ένα από τα πολλά παράδοξα της παγκόσμιας σκηνής ταινιών τρόμου το πώς ακριβώς το THE SENTINEL σήμερα έχει μείνει εν ολίγοις ξεχασμένο από τη σκηνή και τους fans μιας και προσωπικά το θεωρώ μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους του ψυχολογικού τρόμου και στέκεται άνετα τόσο δίπλα στις επιρροές του (EXORCIST, ROSEMARYS BABY) ενώ ξεπερνάει με κάτω τα χέρια πολλές μεταγενέστερες και πιθανότατα γνωστότερες ταινίες με παρόμοια θεματολογία.

        Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τονίσω ότι η απόκτηση του πρέπει να θεωρείται αναγκαία από τις σοβαρές φίλες και φίλους των ταινιών τρόμου και να υποκλιθώ μπροστά στον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε την ιστορία του ο ιστορικός αλλά συχνά- πυκνά παρεξηγημένος σκηνοθέτης Michael Winner.