Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Viva Zapata! 1952

Viva Zapata! 1952

 


Σκηνοθεσία: Elia Kazan

Σενάριο: John Steinbeck, Edgecumb Pinchon

Είδος: Elia Kazan, History, WESTERN

Διάρκεια: 01:53

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Marlon Brando: Emiliano Zapata

Jean Peters: Josefa Zapata

Anthony Quinn: Eufemio Zapata

Joseph Wiseman: Fernando Aguirre

Arnold Moss: Don Nacio

 

Εκ πρώτης όψεως, η ταινία VIVA ZAPATA του 1952 μοιάζει άσχετη μέσα στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη Ηλία Καζάν.

Η ταινία είναι η ιστορία του Μεξικάνου επαναστάτη Εμιλιάνο Ζαπάτα, ένας στοχασμός για τις αντιφάσεις της Επανάστασης και την εσωτερική πάλη του Ζαπάτα,ειδικά όταν πάρει την Εξουσία.

Η ταινία προέρχεται από το μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα John Steinbeck (ο οποίος βοήθησε και στη συγγραφή του σεναρίου).

Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα ήταν ηγέτης της Μεξικανικής Επανάστασης, προστάτης των φτωχών αγροτών της πατρίδας του. Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1879 στο χωριό Ανενκουίλκο. Γόνος ευκατάστατου κτηνοτρόφου, έμεινε ορφανός στα 16 του χρόνια και εργάστηκε ως εκπαιδευτής αλόγων.

Την εποχή εκείνη, τη χώρα κυβερνούσε ο στρατηγός Πορφίριο Ντίας, η δικτατορία του οποίου σήμανε μια εποχή εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων, ενώ το 85% της γης ανήκε στο 2% του πληθυσμού. Ο Ζαπάτα ανέπτυξε από νωρίς αντιπολιτευτική δράση και το 1909 εξελέγη πρόεδρος μιας τοπικής ομάδας για τη διεκδίκηση της καλλιεργήσιμης γης, που είχε κατασχεθεί προς όφελος των μεγαλογαιοκτημόνων. Εξαιτίας της δράση του, κλήθηκε στο στρατό, όπου υπηρέτησε για επτά μήνες.

Το Νοέμβριο του 1910, η εξαθλίωση των αγροτών οδήγησε σε μία εξέγερση υπό τον Μαδέρο. Ο Ζαπάτα τάχθηκε στο πλευρό του, πήρε τα όπλα και με σύνθημα «γη κι ελευθερία» ηγήθηκε των επαναστατημένων αγροτών, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερα εδάφη.

Όταν αντιλήφθηκε ότι το αίτημα για μεταρρυθμίσεις είχε εγκαταλειφθεί από τον Μαδέρο, κατάρτισε το δικό του αγροτικό πρόγραμμα, γνωστό ως Σχέδιο Αγιάλα. Με αυτό απαιτούσε την κατάσχεση της γης απ' όλους τους ξένους και του 1/3 των εδαφών των φεουδαρχών, καθώς και την επιστροφή των εδαφών που είχαν κατασχεθεί από τους ντόπιους. Σύμφωνα με το Σχέδιο Αγιάλα, όλες οι κατασχεθείσες εκτάσεις θα αποτελούσαν κοινοκτημοσύνη των ινδιάνικων κοινοτήτων.

 

Στο πλευρό του συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι αγρότες, ενώ οι απόψεις του υποστηρίχτηκαν και από πολλούς διανοούμενους, που συνέδεσαν τις θεωρίες του με αυτές του Καρλ Μαρξ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Μαδέρο, το Φεβρουάριο του 1913, ο Ζαπάτα ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Πάντσο Βίλα στο βορρά και συνέχισε τον αγώνα του, ακόμα κι όταν έπεσε η δικτατορία του Ντίας. Μαζί κατέλαβαν τρεις φορές την πόλη του Μεξικού, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Στις 10 Απριλίου του 1919 ο Ζαπάτα έπεσε θύμα ενέδρας. Εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τις κυβερνητικές δυνάμεις, κατά τη συνάντησή του με έναν στρατηγό που υποτίθεται ότι ήθελε να προσχωρήσει στην επανάσταση.

Για τους εχθρούς του, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα υπήρξε ένας ακραίος μηδενιστής και οι ενέργειές του είχαν ως μοναδικό σκοπό τη ληστεία. Για τους αυτόχθονες λαούς, υπήρξε σωτήρας και ήρωας της επανάστασης. Έγινε θρύλος ενώ ζούσε ακόμη. Αναρίθμητες ιστορίες και τραγούδια γι' αυτόν λέγονται ακόμη και σήμερα, ενώ ο τάφος είναι ένα από τα πιο σεβάσμια μνημεία για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού.           

Στην ταινία Ο Marlon Brando ως Ζαπάτα δίνει μια μεγαλειώδη ερμηνεία με ισάξιο συμπαραστάτη τον Anthony Quinn (στο ρόλο του αδερφού του), που του απέφερε και το πρώτο του όσκαρ (β' ανδρικού ρόλου).

Streetcar Named Desire 1951

 

Streetcar Named Desire 1951

Λεωφορείον ο Πόθος

 


Σκηνοθεσία: Elia Kazan

Σενάριο: Tennessee Williams, Oscar Saul

Είδος: Action, Drama, Elia Kazan, Romance

Διάρκεια: 02:02

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Vivien Leigh: Blanche DuBois

Marlon Brando: Stanley Kowalski

Kim Hunter: Stella Kowalski

Karl Malden: Mitch

Rudy Bond: Steve 

Για το στόρι, πιστή μεταφορά του θεατρικού έργου του Tennessee Williams, δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να προστεθεί σε όσα όλοι μας γνωρίζουμε. Η ιστορία της μοναχικής δασκάλας Μπλανς Ντιμπουά, της αδελφής της Στέλλας και του αυταρχικού συζύγου της Στάνλεϊ, είναι τόσο γνωστή, όσο και το παραμύθι του παπουτσωμένου γάτου. Το ίδιο ισχύει και για τις ερμηνευτικές ικανότητες των Vivien Leigh, Kim Hunter, Karl Malden που τιμήθηκαν με Όσκαρ α’, β’ γυναίκειου και β’ αντρικού ρόλου αντίστοιχα, καθώς και για τη γοητεία του Marlon Brando, του όποιου το άστρο ως sex symbol ήταν κάτι περισσότερο από υπέρλαμπρο εκείνη την εποχή. Η μαεστρία με την οποία ο Elia Kazan χειρίζεται την κάμερα, χάρη στην οποία η ταινία μοιάζει τόσο σύγχρονη και φρέσκια μέχρι τις μέρες μας και που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά, είναι επίσης δεδομένη και αναγνωρισμένη. Τελικά, ο τίτλος της ταινίας ζωντανεύει το περιεχόμενο της από μόνος του. Το μόνο που δεν μπορεί να καταμαρτυρήσει, είναι η σπουδή στο πάθος και την απιστία, στον ανεκπλήρωτο πόθο και την ευθραυστότητα της ψυχικής ισορροπίας, στη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τη λογική από την παράνοια που εσωκλείει. Εμείς άπλα δεχόμαστε την πρόσκληση να τα βιώσουμε.

Η Νέα Ορλεάνη έχει πια βουλιάξει (ας όψεται ο Κατρίνα). Κι όμως για τον Elia Kazan είχε βουλιάξει προ πολλού. Το Λεωφορείο ο Πόθος είχε ως τελευταίο σταθμό μια Νέα Ορλεάνη σε κινούμενο βάλτο, το ιδανικό σκηνικό για τις σχέσεις που αφήνονται στην εντροπία. Η Blanche Dubois φτάνει στο τέρμα της γραμμής για να επισκεφτεί την έγγειο αδερφή της Stella. Εκεί θα γνωρίσει και το βίαιο σύζυγό της, τον Πολωνό μετανάστη δεύτερης γενιάς Stanley Kowalski, του οποίου τα κτηνώδη ένστικτα θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά ως προς το διαταραγμένο ψυχισμό της. Ένα ιδιόμορφο τρίγωνο θα σχηματιστεί. Στις δύο ‘οξείες’ γωνίες συναντώνται οι ακραίες φιγούρες της Blanche και του Stan. Στην αμβλεία γωνία, η προσωποποίηση της αγάπης, προσωπικής και ερωτικής, η στωική Stella προσπαθεί να αμβλύνει την κρίση, κυοφορώντας τον καρπό του Πόθου. Άλλωστε όπως σωστά επισημαίνει η Blanche, «ο πόθος είναι το αντίθετο του θανάτου. Κι όμως είναι η Στέλλα (=αστέρι) που μας οδηγεί στο Θείο Ζεύγος, ή για να συνεχίσουμε για λίγο την αναφορά στη χριστιανική ‘μυθολογία’, οι Blanche και Stanley εικονογραφούνται ως πρωτόπλαστοι, αρχέτυπα σύμβολα του κάθε φύλου που βασανίζονται από τη γεύση που αφήνει στο στόμα ο απαγορευμένος καρπός.

Ο ιός που πλήττει όλες τις ταινίες που βασίζονται σε θεατρικά έργα είναι η απόδοσή τους ως κινηματογραφημένες θεατρικές παραστάσεις. Ο Kazan, που ανέβασε το Λεωφορείο για μια σεζόν στο Broadway, καταφέρνει να μεταφράσει το θεατρικό κείμενο με όρους κινηματογραφικούς. To Streetcar Named Desire, δίδυμο αδερφάκι του μεταγενέστερου Suddenly Last Summer / Ξαφνικά, Πέρσι το Καλοκαίρι, αναπτύσσεται πάνω στη διαλεκτική της βίας, τη σχετικότητα του σώφρονος και του ‘τρελού’, όπως και στην αντιπαραβολή του φαίνεσθε με το είναι, όσα και αν αυτά ακούγονται κάπως αφηρημένα. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί σφιχτά τα σώματα των ηθοποιών, δείχνοντας αδυναμία στα κατακρεουργημένα Close-ups στα φθαρμένα πρόσωπα των ηθοποιών του, κοντινά σκληρά, ασφυκτικά, με το μισό πρόσωπο εκτός κάδρου.

Το βασικό εργαλείο του όμως είναι το παιχνίδι με τις εκδοχές της πραγματικότητας και τα όρια της ερμηνείας. Ο Marlon Brando, που κάνει εδώ τη δεύτερη εμφάνισή του στη Μεγάλη Οθόνη (η πρώτη ήταν το 1950 στο The Men του Zinnemann) δικαιώνεται ως ηθοποιός της ‘Μεθόδου’, της Αμερικανικής εκδοχής του συστήματος Stanislavski, όπως τη μετέφερε πρώτος ο Lee Strasberg και τη συνέχισε η Stella Adler, μιας μεθόδου που επιτάσσει την απόλυτη βιωματική σύλληψη και εκτέλεση του εκάστοτε ρόλου. Η Vivien Leigh, άρρωστη και στην τότε καθημερινή της ζωή, παίζει και με την ίδια τη δημόσια εικόνα της, μιας που η Blanche ως νευρωτική παρηκμασμένη αριστοκράτισσα του Αμερικάνικου Νότου μπορεί να θεαθεί και ως μια μεταλλαγμένη ρέπλικα της Scarlett O’Hara. Η ηθοποιός ήρθε ως μεταγραφή στο καστ της Νέας Υόρκης και με την αρωγή του ίδιου του σκηνοθέτη, δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει οργανικό μέλος της ομάδας. Το σετ των σκηνικών στενεύει κυριολεκτικά για να εκδηλώσει οπτικά την κλειστοφοβία της Blanche. Το ηχητικό σκορ παραπέμπει μονίμως σε έναν τόπο ‘αλλού’, ή μάλλον σε ένα ‘όχι πια εδώ’- κραυγές, ψίθυροι, μασημένες μουσικές, ήχοι των δρόμων. Όλο κι όλο το φορτίο όμως του λεωφορείου θα μπορούσε να είναι ένα ιδρωμένο φανελάκι. Που ‘ναι πιο βαρύ κι από ένα πουκάμισο αδειανό.

 


Singin' In The Rain 1952

 

Singin' In The Rain 1952

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Σκηνοθεσία: Stanley Donen, Gene Kelly

Σενάριο: Betty Comden, Adolph Green

Είδος: Comedy, GENE KELLY-FRED ASTAR, Musical, Romance

Διάρκεια: 01:43

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Gene Kelly: Don Lockwood

Donald O'Connor: Cosmo Brown

Debbie Reynolds: Kathy Selden

Jean Hagen: Lina Lamont

Millard Mitchell: R.F. Simpson

 

Πρωταγωνιστικό ζευγάρι του βωβού κινηματογράφου καλείται να περάσει με επιτυχία στον ομιλούντα. Πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος σταρ Ντον Λόκγουντ ( Τζιν Κέλι, ), ο οποίος μετατρέπει την τελευταία του βουβή ταινία σε ομιλούσα με μεγάλη επιτυχία εν αντιθέσει με τη συμπρωταγωνίστριά του Λίνα Λαμόντ (Τζιν Χάγκεν ), η οποία έχει απαίσια φωνή και χρειάζεται ντουμπλάρισμα. Αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει η καλλίφωνη Κάθι Σέλντεν, την οποία ερμήνευσε στο πλευρό του Τζιν Κέλι η 19χρονη τότε Ντέμπι Ρέινολντς. Η Κάθι, και στο σινεμά, και στη σκηνή, ανατρέπει τη συναισθηματική ισορροπία των πρωταγωνιστών, κοινώς κάνει τη Λίνα να καταλάβει ότι δεν είναι ερωτευμένη με τον Ντον, και τον Ντον να καταλάβει ότι είναι ερωτευμένος με την Κάθι.

Ένα έγχρωμο αριστούργημα της δεκαετίας του ’50 με πινελιές ασπρόμαυρου βωβού κινηματογράφου, οι οποίες και το κάνουν ακόμη πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο, σε επανέκδοση.

Η ταινία που γυρίστηκε για το ήδη υπάρχον, και μάλιστα προ εικοσαετίας (!), τραγούδι «Singin’ in the rain» και σήμερα συγκαταλέγεται στον κατάλογο με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών έπρεπε να περιμένει πολλά χρόνια για να αναγνωριστεί η αξία της, αφού στην εποχή της δεν εντυπωσίασε το ίδιο το κοινό αλλά μάλλον θεωρήθηκε απλά ευχάριστη αλλά όχι τόσο ιδιαίτερη.

Η αποτύπωση του ιστορικού περάσματος από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο και τον ανταγωνισμό των εταιρειών της εποχής παίρνει χρώμα και ζωντάνια από το ερωτικό ειδύλλιο που πλέκεται μεταξύ του Ντον Λόκγουντ (σταρ του σινεμά) και της ταλαντούχας εκκολαπτόμενης ηθοποιού Κάθι Σέλντεν.

Ο ρόλος του σαραντάχρονου, τότε, Τζίν Κέλι απαιτεί από αυτόν να χορέψει και να τραγουδήσει μέσα στη βροχή υμνώντας τον έρωτα και τα συναισθήματα που εκείνος προκαλεί.

Ερμηνεία που θα μείνει αποτυπωμένη στη μνήμη ακόμη και όσον γεννήθηκαν πολλά χρόνια αργότερα, παρά το γεγονός πως η βροχή δεν ήταν μόνο βροχή, αλλά και γάλα, και ο Κέλι εκείνη τη μέρα είχε ανεβάσει σαράντα πυρετό. Το τελευταίο, βέβαια, αν δεν είχε γραφτεί δεν υπάρχει περίπτωση να το καταλάβαινε κάποιος, αφού πέρα από ταλαντούχος, ο Κέλι, ήταν και εξαίρετος επαγγελματίας.

Μια ταινία για την 7η τέχνη και την ανάγκη του ανθρώπου για συντροφικότητα, όταν νιώθει πως έχει γνωρίσει το άλλο του μισό, με έντονες ανταύγειες παιδικότητας, σάτιρας και μοναδικού χιούμορ.


Jumping Jacks 1952

Jumping Jacks 1952

Να Φαντάρος, Να Μάλαμα

 

Σκηνοθεσία: Norman Taurog

Σενάριο: Robert Lees, Frederic I. Rinaldo, Herbert Baker,

James B. Allardice, Richard Weil

Είδος: Comedy, Jerry Lewis

Διάρκεια: 01:36

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Dean Martin: Cpl. Chick Allen

Jerry Lewis: Hap Smith

Mona Freeman: Betsy Carter

Don DeFore: Lt. Kelsey

Robert Strauss: Sgt. McClusky

 

Η ταινία "Jumping Jacks" είναι μια ταινία του 1952 με πρωταγωνιστές το κωμικό ντουέτο Martin και Lewis. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Norman Taurog και απελευθερώθηκε από την Paramount Pictures. Ήταν μια από τις στρατιωτικές κωμωδίες που σημάδεψαν την πρώιμη καριέρα του ντουέτου. Ο ταξίαρχος στρατηγός Frank Dern, Αναπληρωτής Διευθυντής του Γραφείου Πληροφοριών του Στρατού των ΗΠΑ, εξήρε την θεατρική ομάδα του σώματος αλεξιπτωτιστών, θεωρώντας πως είναι κάτι που «θα συνεισφέρει στο ηθικό των στρατευμάτων στο εσωτερικό του Στρατού».

Ο στρατιώτης του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών Chick Allen (Dean Martin) είναι ένας αλεξιπτωτιστής που προετοιμάζει μια παράσταση με άλλους στρατιώτες. Ο στρατηγός ωστόσο, είναι δυσαρεστημένος με την ποιότητα των προηγούμενων παραστάσεων και απειλεί να τις καταργήσει, εκτός και αν βελτιωθεί η ποιότητά τους. γι 'αυτό και ο Chick κάλεσε τον πρώην συνεργάτη του Hap Smith (Jerry Lewis) να βοηθήσει.

Ο Hap, ο οποίος συνεχίζει στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με μία νέα συνεργάτη, την Betsy Carter (Mona Freeman), παρουσιάζεται ως στρατιώτης, ώστε να μπορέσει να εμφανιστεί σε μια παράσταση παρουσία του στρατηγού ανάμεσα στους θεατές. Η παράσταση εντυπωσιάζει τον στρατηγό τόσο, που φροντίζει να δοθεί και σε άλλα στρατόπεδα, με την συμμετοχή της Hap. Ο Chick και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες φοβούνται το στρατοδικείο και παρουσιάζουν τον Hap Happ ως τον στρατιώτη "Dogface", ενώ ο πραγματικός Dogface (Richard Erdman) πηγαίνει και κρύβεται.

Ο Χαν ακολουθεί την εκπαίδευση των αλεξιπτωτιστών για να μην είναι ανίδεος, αλλά είναι πολύ επιρρεπής σε ατύχημα. Ωστόσο, λειτουργεί προς όφελός του, καθώς ότι κάνει αθέλητα είναι η "σωστή στρατιωτική συμπεριφορά". Ο αρχιλοχίας (Robert Strauss) λαμβάνει γνώση και τον επαινεί.

Είναι κατανοητό ότι ο Hap θέλει να επιστρέψει ως πολίτης στην ζωή και προσπαθεί να ξεφύγει με κάθε ευκαιρία που μπορεί να εμφανιστεί, αλλά ο Chick καταφέρνει πάντα να τον σταματά. Κατά τη διάρκεια μιας από τις προσπάθειες διαφυγής του, κατά τη διάρκεια μερικών ελιγμών, ο Hap καταστρέφει μια βασική γέφυρα και συλλαμβάνει έναν στρατηγό του εχθρού. Ο Hap τελικά αποτυγχάνει να ξαναγίνει πολίτης, αλλά ορκίζεται ως αλεξιπτωτιστής και γίνεται ήρωας.

 


 

Sailor Beware 1952

 

Sailor Beware 1952

2 ναύτες και 1 κορίτσι

 


Σκηνοθεσία: Hal Walker

Σενάριο: James B. Allardice, Martin Rackin, John Grant,

Elwood Ullman, Kenyon Nicholson

Είδος: Comedy, Jerry Lewis, Musical

Διάρκεια: 01:48

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Dean Martin: Al Crowthers

Jerry Lewis: Melvin Jones

Corinne Calvet: Corinne Calvet

Marion Marshall: Hilda Jones

Robert Strauss: CPO Lardoski

 

Αυτή είναι η πετυχημένη συνταγή των ταινιών του ζεύγους Martin & Lewis: να βρίσκονται σε κάποιο χώρο έξω απ'τα νερά τους και, προσπαθώντας να προσαρμοστούν, να τα κάνει ο ένας λίμπα και ο άλλος να τους βγάζει ασπροπρόσωπους με το τραγούδι. Με στρατιωτικό θέμα πάλι, αλλά στο ναυτικό αυτή τη φορά, βρίσκουν πολλούς τρόπους να βγάλουν γέλιο, χάρη στο νευρόσπαστο που ακούει στο όνομα Jerry Lewis. Sailor Beware φωνάζει ο τίτλος της ταινίας, επειδή έρχεται ο Λιούις και θα τα φέρει όλα άνω-κάτω! Απλοϊκή κωμωδία για να περάσετε ευχάριστα το απόγευμά σας. Περιλαμβάνει και μια σκηνή με μποξ, βάζοντάς μας σε σκέψεις: για να γίνεις διάσημος κωμικός πρέπει έχεις μια ταινία (ή μια σεκάνς) στο ενεργητικό σου με θέμα το μποξ; Βλέπε Τσάπλιν, Βέγγος κ.λ.π. Τέλος, όσοι είναι παρατηρητικοί ίσως δουν και το νεαρό James Dean σε πολύ μικρό ρόλο.


Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Subida al cielo 1952

Subida al cielo 1952

Ανέβασμα Στον Ουρανό


Σκηνοθεσία: Luis Buñuel

Σενάριο: Manuel Altolaguirre, Luis Buñuel

Είδος: Comedy, Luis Bunuel

Διάρκεια: 01:25

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Lilia Prado: Raquel

Esteban Mayo: Oliverio Grajales (as Esteban Márquez)

Luis Aceves Castañeda: Silvestre

Manuel Dondé: Eladio González

Roberto Cobo: Juan Grajales

Beatriz Ramos: Elisa

 

Ο Ολιβιέρο, έχοντας μόλις παντρευτεί και διανύοντας την πρώτη ημέρα του μήνα του μέλιτος, πληροφορείται ότι η μητέρα του είναι ετοιμοθάνατη και ότι επιθυμεί να μεταβεί ο ίδιος στο μέρος από όπου κατάγεται εκείνη για να βρει έναν δικηγόρο που θα «θωρακίσει» την διαθήκη της. Αν δεν το κάνει ο άπληστος αδερφός του θα έχει το δικαίωμα να μοιράσει αυτός την περιουσία στην οικογένεια. Ο Ολιβιέρο λοιπόν επιβιβάζεται σ' ένα λεωφορείο για το ταξίδι στη πόλη, για το ταξίδι στη ζωή, για ένα ταξίδι – «ανέβασμα στον ουρανό»...

Πως;

Το «Ανέβασμα Στον Ουρανό» αποτελεί μέρος της τριλογίας των ταινιών της περιόδου κατά την οποία ο Μπουνιουέλ έζησε και δημιούργησε στο Μεξικό. Σε αντίθεση όμως με το «Ναζαρέν» και το «Λος Ολβιδάδος» έχει στοιχεία κομεντί μαζί με ένα παράξενο στιλ road movie με - ασυνήθιστα για τον μεγάλο δημιουργό - νεορεαλιστικά ψήγματα που τα μπολιάζει με όλα σχεδόν τα συνήθη μοτίβα του περί ηθικής, πίστης, πολιτικής εξουσίας και χριστιανικού φαρισαϊσμού. Ο Ολιβιέρο ταξιδεύει με το πλέον ακίνδυνο, «γήινο» και μαζικό μέσο, ένα λεωφορείο, στην πόλη για να βρει τον άνθρωπο που με μια υπογραφή θα του λύσει το πρόβλημα του, θα του εξασφαλίσει την περιουσία της μητέρας του - ή τουλάχιστον το μερίδιο από αυτήν που δικαιούται - και συνεπώς θα του λύσει πολλά από τα προβλήματα της μετέπειτα ζωής του. Για όλα αυτά αφήνει την σύζυγο του την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ταξιδεύει με ένα λεωφορείο γεμάτο διαφορετικούς, σχεδόν γραφικούς αλλά σοφά διαλεγμένους επιβάτες που ο καθένας τους έχει το δικό του προορισμό, το δικό του πρόβλημα να λύσει, τις δικές του αποσκευές, τα δικά του «βάρη», την δική του θέση. Ανάμεσα σ' αυτούς η Ρακέλ, μια «Εύα» με το μήλο της ήδη δαγκωμένο, η οποία κερνά μπουκιές αμαρτίας στην διάρκεια του δικού της ταξιδιού. Για το ταξίδι του Ολιβιέρο αυτή θα είναι ο πειρασμός... Ποια είναι η αντιμετώπιση του πειρασμού κατά την διάρκεια του ταξιδιού προς τον ουρανό όμως; Και άραγε έχει θέση σ΄ αυτό το ταξίδι ο πειρασμός και η αμαρτία; Και αν υποπέσεις σ΄ αυτήν το «ανέβασμα» συνεχίζεται;

Για τον Μπουνιουέλ ο δρόμος προς τον ουρανό περνάει από όλα τα σκαλοπάτια. Κάθε σκαλί και κομμάτι ζωής που το ανεβαίνει κανείς χωρίς να υπολογίσει το ύψος της σκάλας, το πέσιμο από αυτή και το κενό που απλώνεται κάτω από τα βήματα του. Γιατί στον κόσμο του ο φόβος του θανάτου δεν είναι πιο μεγάλος ή πιο μικρός από το φόβο της ζωής. Οι δυο φόβοι συνυπάρχουν και ο ένας εξουδετερώνει τον άλλο για να κάνει το ταξίδι πιο ελεύθερο, για να είσαι πιο ελαφρύς στο ανέβασμα. Μια διαφορετική Οδύσσεια, χωρίς ήρωες, πιστούς συζύγους, αφοσιωμένους συνταξιδιώτες, χαζούς και μονόφθαλμους κύκλωπες και θεούς. Μια Οδύσσεια ανθρώπων που έχουν αποδεχθεί τους κανόνες της ζωής... Η ταινία στην εποχή της είχε γίνει γνωστή και με τον τίτλο «Mexican Bus Ride» για να προσελκύσει τους λάτρεις της περιπέτειας. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες σκηνές δράσεις δεν λείπουν είναι όμως γυρισμένες με μακέτες σκηνικών και μινιατούρες. Οπότε το αποτέλεσμα φαντάζει σήμερα λίγο αστείο - με όλο το σεβασμό - χωρίς αυτό να του αφαιρεί βέβαια το κινηματογραφικό ενδιαφέρον όσον αφορά στις τεχνικές της εποχής.


  

he Big Sky 1952

The Big Sky 1952

Η Επέλαση των Χιλίων Κεραυνών


Σκηνοθεσία: Howard Hawks

Σενάριο: Dudley Nichols, A.B. Guthrie Jr.,

Ray Buffum, DeVallon Scott

Είδος: Adventure, Children, Family, WESTERN

Διάρκεια: 02:02

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Kirk Douglas: Jim Deakins

Dewey Martin: Boone Caudill

Elizabeth Threatt: Teal Eye

Arthur Hunnicutt: Zeb Calloway

Buddy Baer: Romaine

 

Αρχές του 1830. Μια ομάδα ανθρώπων κατευθύνεται στον ποταμό Μιζούρι για να παζαρεύσει με τους ινδιάνους και συγκεκριμένα με τον Μαυροπόδαρο που είναι πολύ φιλικός. Στην ομάδα ανήκει κι ο Τζιμ Ντίκινς, που ενδιαφέρεται πολύ για την γυναίκα του Μαυροπόδαρου που ταξιδεύει μαζί τους. Το ίδιος, όμως, κι ο Μπουν Κόντιλ, ο πιο στενός του φίλος. Ο δρόμος είναι δύσκολος και η φύση, οι κακοί ινδιάνοι και εταιρία γουναρικών που θέλει να κρατήσει την αποκλειστικότητα θα μπουν στο δρόμο τους.

Το 2ο μόλις γουέστερν του Howard Hawks, μετά το ιστορικό Red River. Χαλαρό σενάριο, ασήμαντη πλοκή και προβλεπόμενες εξελίξεις, μόνο και μόνο για να κινηματογραφήσει την άγρια φύση, και τις προσπάθειες των λευκών να τα βγάλουν πέρα σε αφιλόξενα μέρη. Ουσιαστικός πρωταγωνιστής το ίδιο το ποτάμι του Μιζούρι και το πλοίο με το όνομα Μαντάν. Ο Kirk Douglas σε πολύ χαλαρή ερμηνεία, λες και βαριόταν το ρόλο του ή λες και έκανε αγγαρεία. Σπάνια και δυσεύρετη η ταινία The Big Sky, μεγάλη σε διάρκεια την οποία πετσόκοψαν οι παραγωγοί και ελάχιστοι πλέον θυμούνται. Στα ελληνικά αποδόθηκε δύο φορές ως "Η επέλασις των χιλίων κεραυνών" και "Σταυροφόροι της δύσεως".

Το γενικό στόρι: η γνωριμία δύο νεαρών τυχοδιωκτών, θα τους οδηγήσει στο Σεντ Λούις. Θα βρουν το θείο του ενός και μαζί του θα μπαρκάρουν σε πλοίο με άλλους έμπορους γούνας. Ανεβαίνουν το ποτάμι του Μιζούρι για να συναντήσουν φυλές Ινδιάνων και να αγοράσουν δέρματα γούνας. Μαζί τους θα έχουν και μία νεαρή ινδιάνα, την οποία θα επιστρέψουν στη φυλή. Αντίπαλοι τους, πέρα από την άγρια φύση, θα είναι και μία μεγάλη εταιρεία γούνας από το Σεντ Λούις που θέλει να κρατήσει το μονοπώλιο και προσπαθεί να τους βγάλει από τη μέση.