Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Skammen 1968

Skammen 1968

Η Ντροπή

  


Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman

Σενάριο: Ingmar Bergman

Είδος: Drama, INGMAR BERGMAN

Διάρκεια: 01:15

Γλώσσα: Swedish

Παίζουν:

Liv Ullmann: Eva Rosenberg

Max von Sydow: Jan Rosenberg, Evas man

Sigge Fürst: Filip, gerillaledare

Gunnar Björnstrand: överste Jacobi, borgmästare

Birgitta Valberg: fru Jacobi

Hans Alfredson: Fredrik Lobelius, antikhandl

 

Σε ένα απομονωμένο νησί, αρκετά μακριά από τον εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει, ο Γιαν και η Εύα αποσύρονται στο δικό τους καταφύγιο: μία μικρή αγροτική φάρμα. Όμως, η ατάραχη ζωή τους συγκλονίζεται όταν στρατιώτες εισβάλλουν στο σπίτι τους. Τώρα, στο μέσο μιας βάρβαρης κι απάνθρωπης σύγκρουσης, ο Γιαν και η Εύα προσπαθούν να επιβιώσουν έχοντας στο μυαλό τους μονάχα ένα πράγμα: να αντέξουν.

H Ντροπή θα μπορούσε να είναι το κρυφό αριστούργημα του Μπέργκμαν. Γυρίστηκε την ίδια χρονιά με την ταινία "Η ώρα του λύκου" -The hour of the wolf- το 1968, και αμέσως μετά από μια σειρά κορυφαίων ταινιών του Σουηδού σκηνοθέτη, όπως την Τριλογία της Σιωπής Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη (1961), Οι Κοινωνούντες (1962), Η Σιωπή (1963)), και την Περσόνα (1966), ολοκληρώνοντας έτσι μια εκπληκτική δεκαετία δημιουργίας για τον ίδιο.

Ο Μπέργκμαν είχε κατηγορηθεί για την ολοκληρωτική απουσία κάθε είδους πολιτικής διάστασης στις ταινίες του. Ενδιαφερόταν για την υπαρξιακή διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων, την φιλοσοφική διάσταση της ύπαρξης ή μη του Θεού, και βεβαίως για την ψυχολογική δοκιμασία του κάθε ανθρώπου να δει ποιός πραγματικά είναι και μέχρι πού είναι ικανός να φτάσει. Η Ντροπή είναι μια σπουδή της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε περίοδο πολέμου (εδώ το ιστορικό πλαίσιο είναι ο Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος) και αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο πολιτική ταινία του Μπέργκμαν.

Ξεκινώντας από την πρώτη φάση, την άρνηση, οι δύο πρωταγωνιστές συνεχίζουν τη ζωή τους στην ύπαιθρο, στην μικρή αγροικία όπου καλλιεργούν και πουλούν φυτά, λουλούδια και φρούτα. Αδιαφορούν για τον πόλεμο και δεν έχουν καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Στην δεύτερη φάση, όταν τα αεροπλάνα πετούν πάνω από το κεφάλι τους και οι βόμβες πέφτουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους, προσπαθούν να μείνουν αμέτοχοι και να προστατευτούν, κρυμμένοι πίσω από την ανωνυμία τους.

Στην τρίτη φάση, οι Γερμανοί στρατιώτες έχουν φτάσει στο σπίτι τους κι εκεί πλέον θα πρέπει να πάρουν θέση. Ο φόβος τους θα τους οδηγήσει σε μια λίγο πολύ ουδέτερη στάση, θα δηλώσουν ότι δεν έχουν πολιτικές πεποιθήσεις και αργότερα θα κατηγορηθούν από τους δικούς τους ανθρώπους (τους Σουηδούς αντιστασιακούς) για συνεργασία με τον εχθρό.

Η τέταρτη φάση θα είναι αποκαλυπτική: οι δύο πρωταγωνιστές καλούνται να επιβιώσουν με κάθε τρόπο. Ο άντρας (Μαξ φον Σίντοου) θα κυριευτεί από τον φόβο και θα γίνει επιθετικός, διατεθειμένος να προδώσει τους φίλους του, να σκοτώσει και να πατήσει επί πτωμάτων για να επιβιώσει. Η γυναίκα (Λιβ Ούλμαν) θα μείνει πιο κοντά στις ανθρωπιστικές αξίες της, δείχνοντας συμπόνια και κατανόηση, την ίδια στιγμή βέβαια που ακολουθεί τον σύζυγό της σε κάθε του βήμα, αφού και οι δύο αναζητούν έναν τρόπο να φύγουν (μέσω θαλάσσης) όσο πιο μακριά μπορούν από το μέτωπο του πολέμου.

Η Ντροπή, όπως είπαμε και πριν, είναι μεν μια πολιτική ταινία, αλλά γυρισμένη με τον τρόπο ενός αμιγώς φιλοσοφικού σκηνοθέτη όπως ο Μπέργκμαν. Αυτό σημαίνει ότι, παρόλο που το θέμα της ταινίας συνδέεται άμεσα με ένα ιστορικό γεγονός που άλλαξε τον κόσμο και διερευνά τις πολιτικές επιπτώσεις του στους ανθρώπους, εντούτοις ο Μπέργκμαν δεν μένει στην πολιτική επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά καταδύεται (όπως κάνει πάντα) στο κρίσιμο βάθος της ίδιας της ύπαρξης των ηρώων του, εκεί δηλαδή όπου τελικά παίρνονται οι πιο ριζικές αποφάσεις και καθορίζονται οι αποφασιστικές πράξεις και συμπεριφορές των ανθρώπων.

Ο Μπέργκμαν βλέπει τους χαρακτήρες του σε κοντινά πλανά, βυθίζεται στον ψυχισμό τους, αποκαλύπτει τους φόβους και τις ελπίδες του ζευγαριού. Έπειτα τους ακολουθεί (με κάμερα που κινείται μέσα στο πλήθος, μια ασυνήθιστη καινοτομία για τον Μπέργκμαν) καθώς συλλαμβάνονται, ανακρίνονται, γίνονται θύματα βίας και τελικά απελευθερώνονται.

Τέλος, στη μεγαλειώδη τελευταία σκηνή, θα μας δώσει οπτικά (μόνο με τις εικόνες και το μοντάζ, σε μια απολύτως σιωπηλή σκηνή) μια συγκλονιστική πολιτική-υπαρξιακή δήλωση: την σπαρακτική κατάληξη του ζευγαριού (που ήθελε να παραμείνει ανώνυμο μακριά από τον πόλεμο) που θα ξεψυχήσει ανάμεσα στους επίσης ανώνυμους επιβάτες μια μικρής βάρκας, χαμένοι στη μέση της θάλασσας.

Θα δούμε μια εναλλαγή ανάμεσα i) σε πολύ κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των επιβατών και ii) σε πολύ μακρινά πλάνα της βάρκας που πλέει χωρίς καπετάνιο, ανάμεσα σε πτώματα στρατιωτών που επιπλέουν γύρω της. Κάθε κοντινό πλάνο σβήνει στο μαύρο χρώμα (Fade out) και κάθε μακρινό πλάνο ξεκινά με την κάμερα στραμμένη στον ουρανό -με το δυνατό φως να μας τυφλώνει- και έπειτα κατεβαίνει αργά προς την θάλασσα για να εντοπίσει την βάρκα-νεκροφόρα με τους ήδη καταδικασμένους σε θάνατο επιβάτες.

Ανάμεσα στα δυο πλάνα υπάρχει μια μικρή παύση (σε μαύρο φόντο) που μας κάνει να σκεφτούμε κάθε φορά αν η ταινία τελειώνει εκεί ή έχει και παραπέρα (παρατείνοντας έτσι την αγωνίας μας). Την ίδια στιγμή αυτή η παύση δίνει χρόνο στα μάτια μας να συνηθίσουν το σκοτάδι του μαύρου φόντου, για να τυφλωθούν αμέσως μετά με την έναρξη του μακρινού πλάνου και την κάμερα που είναι στραμμένη απευθείας στο δυνατό φως του ουρανού.

Η πολιτική επιλογή, η φιλοσοφική πεποίθηση και στάση, οι ανθρώπινες σχέσεις, η υπαρξιακή ένταση και δοκιμασία του καθενός από εμάς, όλα είναι τελικά μια μάχη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Η μάχη δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι μονάχα να παραδίδεσαι στο σκοτάδι τόσο εύκολα, ενόσω είσαι ακόμα ζωντανός, ενόσω κινείσαι και αναπνέεις εκτεθειμένος στο φως αυτού του κόσμου.


Hour Of The Wolf 1968

Hour Of The Wolf 1968

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ


Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman

Σενάριο: Ingmar Bergman

Είδος: INGMAR BERGMAN

Διάρκεια: 01:30

Γλώσσα: Swedish

Παίζουν:

Max Von Sydow: Johan Borg

Liv Ullmann: Alma Borg

Gertrud Fridh: Corinne von Merkens

Georg Rydeberg: Lindhorst

Erland Josephson: Baron von Merkens

 

Λένε πως την Ώρα του Λύκου οι άνθρωποι είτε γεννιούνται είτε πεθαίνουν///Τίποτε άλλο δεν δύναται να συμβεί μέσα σε κείνο το απειροελάχιστο κομματάκι χρόνου///Όσοι προλάβουν και βαφτίσουν τους δαίμονές τους με πιο βολικά ονόματα -Η γυναίκα με το καπέλο, ο Άνθρωπος πουλί- λίγο πριν το χάραμα βλέπουν τα μυθικά ονόματα της τρέλας τους χαραγμένα στο υγρό ταβάνι///Οι επιγραφές της νύχτας διώχνουν από τις γωνίες τα ασημένια χερουβείμ ενός περαστικού ονείρου και καταλαμβάνουν το δωμάτιο με την απαίσια μυρωδιά τους///Ο Λύκος θέλει την ώρα του για να αναστηθεί κι οι άνθρωποι που τη βεβηλώνουν κρατώντας τα μάτια ανοιχτά όσο εκείνη βασιλεύει υπογράφουν σιωπηρές συμφωνίες με τους αόρατους δαίμονες προσφέροντάς τους αιώνια πίστη και υποταγή///Ακόμα κι αν δεν το κατάλαβαν ποτέ, δεν έχει σημασία///Είναι αξιοπερίεργο πόσο γρήγορα οι άνθρωποι του φωτός εξοικειώνονται με το σκοτάδι///Τα όποια αντισώματα διαθέτουν στα κουρασμένα τους σώματα για αντίσταση καίγονται στο κατώφλι, λίγο πριν την οριστική κάθοδο στο έρεβος του νου///Η φαντασία λένε πως είναι πιο άγρια απ’ την πραγματικότητα, την Ώρα του Λύκου όμως η ζωή κλέβει πάντοτε τα ηνία από την τέχνη///Την τσακίζει αθόρυβα, σαδιστικά, κάτω από τη φυσιολογικότητα μιας φρίκης που δεν περιγράφηκε ποτέ κι από κανέναν///Μελάνι και φωνή, ύλη και πνεύμα, αγγίζουν τα όριά τους στο λυκόφως και μετά αναχαιτίζονται από τα βέλη του επικρατούντος Δυνατού κυοφορώντας μυστικά το επείγον Αδύνατο///Προσοχή λοιπόν στις συνομιλίες με το σκοτάδι και το κενό///Καμιά φορά αιχμαλωτίζουν δια παντός, ρουφώντας τους άτυχους αφελείς σε ένα μαρτύριο δίχως τέλος και αρχή///Δίχως καν μια κάποια κατανοητή αιτία///Τα σέβη μου.

 




 


Shalako 1968

 Shalako 1968

Σαλάκο


Σκηνοθεσία: Edward Dmytryk

Σενάριο: Louis L'Amour, James Griffith, Hal Hopper,

Scot Finch, Clarke Reynolds

Είδος: WESTERN

Διάρκεια: 01:53

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Sean Connery: Shalako

Brigitte Bardot: Irina Lazaar

Stephen Boyd: Bosky Fulton

Jack Hawkins: Sir Charles Daggett

Peter van Eyck: Frederick Von Hallstatt

 

Ο σκληρός Σάλακο, είναι ένας μανιακός πιστολέρο που σώζει κι ερωτεύεται μια ωραία κόμισσα από επίθεση ινδιάνων Απάτσι. Όταν ανακαλύπτει ότι εκείνη είναι μέλος μιας κυνηγετικής ομάδας Ευρωπαίων που αρνείται την ασφαλή ζωή, θα πρέπει να βάλει τα δυνατά του για να πολεμήσει τους Απάτσι και να σώσει τη γυναίκα που αγαπά... ή να πεθάνει γι' αυτήν!


 

Once Upon A Time In The West 1968

Once Upon A Time In The West 1968

Κάποτε στη Δύση


Σκηνοθεσία: Sergio Leone

Σενάριο: Sergio Donati, Sergio Leone, Dario Argento,

Bernardo Bertolucci

Είδος: Drama, WESTERN

Διάρκεια: 02:45

Γλώσσα: Italian

Παίζουν:

Claudia Cardinale: Jill McBain

Henry Fonda: Frank

Jason Robards: Manuel 'Cheyenne' Gutiérrez

Charles Bronson: Harmonica

Gabriele Ferzetti: Morton - Railroad Baron

 

Μπορεί να είμαστε κολλημένοι με τους... καλούς, τους κακούς και τους άσχημους, αλλά ο Sergio Leone έδωσε την καλύτερη ταινία του —κατά γενική ομολογία— το 1969, κι αυτή φυσικά δεν είναι άλλη από το Κάποτε στη Δύση. Η παλιά άγρια Δύση συναντάει την οικονομική ανάπτυξη που φέρνει ο σιδηρόδρομος με κομβικό σημείο τη γη που ανήκει σε μια χήρα (Cardinale). Η μουσική του Ennio Morricone που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του Leone βρίσκεται επίσης εδώ. Και ειδικότερα εδώ, ο κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του μουσικό θέμα και όλη η ταινία θα λέγαμε ότι εξελίσσεται με βάση τη μουσική. Όλο το κινηματογραφικό σύμπαν του Leone βρίσκεται παρών: οι αδίστακτοι, λιγομίλητοι χαρακτήρες, τα πολύ έντονα κοντινά πλάνα όπου μόνο τα μάτια μιλάνε, οι παρατεταμένες σιωπές, οι περίτεχνες κινήσεις της κάμερας. Και για πρώτη ίσως φορά, βλέπουμε τον Fonda σε ρόλο κακού και τον Bronson στην καλύτερη ταινία της καριέρας του. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε να μιλήσει πολύ! Μια φυσαρμόνικα ήταν αρκετή.

«Φαντάσου αυτό: Η κάμερα ζουμάρει από τη μέση και κάτω έναν άντρα που βγάζει το πιστόλι του και πυροβολεί ένα παιδί που τρέχει. Στη συνέχεια μετακινείται προς τα πάνω και κεντράρει στο πρόσωπό του: Είσαι εσύ.» Με αυτόν τον τρόπο πείστηκε ο αιώνιος κινηματογραφικά καλοκάγαθος Henry Fonda από τον Sergio Leone να αναλάβει τη θέση του John Wayne που είχε αρνηθεί το ρόλο στο Κάποτε στη Δύση, προκαλώντας την απορία ή ακόμη και το σοκ στους απροετοίμαστους θεατές της εποχής. Και αν τα κοντινά εκφραστικά πλάνα προσώπων ήταν εκείνα που είχαν αναδείξει το ταλέντο του σκηνοθέτη στις δύο προηγούμενες μεγάλες του επιτυχίες –Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος και Για μια χούφτα δολάρια-, στην πρώτη του μεγάλη παραγωγή ο Ιταλός σκηνοθέτης προσθέτει στο εικονολόγιό του λυρικά, ατμοσφαιρικά γενικά πλάνα δίνοντάς της την αίσθηση του επικού. Αργόσυρτοι ρυθμοί της κάμερας, μεγάλης διάρκειας σκηνές, μεγαλοπρεπή traveling, πληθώρα χαρακτήρων και ένα εξαιρετικό cast συμπληρώνουν κομμάτι-κομμάτι τη σύνθεση αυτού του επιθετικού προσδιορισμού. Η κινηματογραφική γραφή του Leone διακρίνεται –όπως και σε κάθε ταινία της φιλμογραφίας του- σε κάθε πλάνο, ορίζοντας εκείνον τον έντονα προσωπικό τρόπο απεικόνισης που τον έκανε αποδεκτό ακόμη και από τη μερίδα του κοινού που απεχθάνεται τα western. Τα western της παλιάς σχολής. Κι αυτό επειδή ο Leone κατόρθωσε να εισάγει στο είδος την προσωπική του αισθητική, σχηματοποιώντας τις ταινίες του με τη διατήρηση των επιρροών του στο παρασκήνιο -στη συγκεκριμένη περίπτωση διακριτικά ανάμεσα στο Rio Bravo και το Shane-, επιδεικνύοντας παράλληλα απεριόριστο σεβασμό στο είδος που υπηρετεί. Παρά την αργή ανάπτυξή του, το φιλμ δεν υστερεί σε δράση, πολύ περισσότερο δε σε κεντρικούς χαρακτήρες.

Έτσι έχουμε έναν παράλυτο μεγαλοεπιχειρηματία (Gabriele Ferzetti) που θέλει να περάσει γραμμές του τρένου που θα διασχίζουν τη δύση. Για την εκπλήρωση του στόχου του προσλαμβάνει έναν αδίστακτο δολοφόνο (Henry Fonda) να απομακρύνει από τη μέση έναν ξεροκέφαλο κτηματία (Frank Wolff) που του απαγορεύει τη διέλευση από την περιουσία του. Μια περιουσία που θα περάσει τελικά στα χέρια της γυναίκας του Jill (Claudia Cardinale), η οποία με τη σειρά της θα προσλάβει δύο πιστολέρο για προστασία (Jason Robards στο ρόλο του Cheyenne και Charles Bronson ως Harmonica). Τα κεντρικά στοιχεία από μόνα τους καταμαρτυρούν την βίαιη εξέλιξη της ιστορίας, που συχνά αγγίζει τα όρια της υπερβολής μα όχι και του γραφικού. Στη συγχώνευση σκληρότητας και λυρισμού συμβαδίζει απόλυτα η εξαιρετική μουσική επένδυση του Ennio Morricone -μόνιμου συνεργάτη του Leone- η οποία μάλιστα συχνά προϋπήρχε των κινηματογραφούμενων σκηνών, καθοδηγώντας ουσιαστικά τον σκηνοθέτη στον τρόπο καταγραφής τους. Απ’ όποια πλευρά και να την πιάσεις, η ταινία είναι ένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης και μια από τις καλύτερες ταινίες στο είδος της, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με άλλες δουλειές του ίδιου σκηνοθέτη. Ίσως η άποψη να αποκτά μεγαλύτερη αξία από τη στιγμή που προέρχεται από κάποιον που απεχθάνεται τα western όσο και τον αρακά. Και πιστέψτε με, δεν τρώω ποτέ αρακά…


  

Mackenna's Gold 1969

Mackenna's Gold 1969

Το Χρυσάφι του Μακένα


Σκηνοθεσία: J. Lee Thompson

Σενάριο: Heck Allen, Carl Foreman

Είδος: Romance, WESTERN

Διάρκεια: 02:08

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Gregory Peck: Sheriff Mackenna

Omar Sharif: John Colorado

Telly Savalas: Sergeant Tibbs

Camilla Sparv: Inga Bergerman

Keenan Wynn: Sanchez

 

Λίγο πριν πεθάνει, ένας Ινδιάνος δείχνει στο σερίφη Μακένα το χάρτη που οδηγεί στο μυθικό Φαράγγι του Χρυσού. Ο Μακένα συλλαμβάνεται από το ληστή Κολοράντο, ο οποίος τον αναγκάζει να τους οδηγήσει έως εκεί. Καθ΄ οδόν και άλλοι επίδοξοι χρυσοθήρες προστίθενται στη συντροφιά, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε κίνδυνο.

Καλογυρισμένο αλλά υπερφίαλο γουέστερν με δεκάδες σταρ σε μικρούς και μεγάλους ρόλους και με θέμα το οδοιπορικό μιας ομάδας, την οποία αποτελούν παράνομοι, στρατιώτες και ευυπόληπτοι πολίτες, προς κάποιο μυστικό φαράγγι που ο θρύλος θέλει να κρύβει αμύθητο χρυσάφι. Τα ονόματα και η μεγάλη περιπέτεια έφεραν το "Χρυσάφι του Μακένα" στην πρώτη γραμμή των εισπράξεων, όταν προβλήθηκε στις αίθουσες. Ωστόσο, σήμερα, η ταινία απευθύνεται περισσότερο στους συλλέκτες παρά στο σύγχρονο κοινό, όντας πλέον μια παλιομοδίτικη παραγωγή, φλύαρη και μεγάλη σε διάρκεια. Τη μουσική υπογράφει ο Κουίνσι Τζόουνς και το τραγούδι των τίτλων ερμηνεύει ο Χοσέ Φελιτσιάνο


  

Butch Cassidy And The Sundance Kid 1969

Butch Cassidy And The Sundance Kid 1969

Οι Δύο Ληστές


Σκηνοθεσία: George Roy Hill

Σενάριο: William Goldman

Είδος: Adventure, Crime, WESTERN

Διάρκεια: 01:50

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Paul Newman: tch Cassidy

Robert Redford: The Sundance Kid

Katharine Ross: Etta Place

Strother Martin: Percy Garris

Henry Jones: Bike Salesman

 

Οι δύο ληστές Butch Cassidy (Paul Newman) και Sundance Kid (Robert Redford) μετά από ληστεία σε τρένο με χρηματαποστολή, πηγαίνουν στη Βολιβία, καθώς τα περιθώρια έχουν στενέψει γι`αυτούς. Εκεί θα συνεχίσουν τη δράση τους, μέχρι που θα έρθει η στιγμή που η τύχη τους θα τους εγκαταλείψει και θα βρεθούν περικυκλωμένοι από ολόκληρο στρατό.

Ένα πρωτότυπο, διαφορετικό γουέστερν... συνδυάζει άψογα τα κλισέ του είδους (ληστείες σε τρένα, ληστείες τραπεζών, καταδίωξη των ληστών, σερίφηδες, πανδοχεία με γυναίκες, πυροβολισμοί, σκηνές δράσης) με κωμικά στοιχεία (το άλμα των δύο πρωταγωνιστών στο γκρεμό, η άφιξή τους στη Βολιβία και οι προσπάθειές τους να ληστέψουν τράπεζες χωρίς να ξέρουν καλά τη γλώσσα, οι μεταξύ τους διάλογοι κ.λπ.), πετυχαίνοντας ένα αποτέλεσμα διασκεδαστικό και κάνοντας τους ήρωες συμπαθείς... σενάριο πολύ σφιχτό, χωρίς κενά και με πολλές δυνατές ατάκες... το τρίγωνο newman-redford-ross επιδεικνύει αξιοζήλευτη χημεία και οι ερμηνείες είναι φανταστικές από όλους... Η μουσική πολύ ωραία και το άσχετο τραγούδι που παρεμβάλλεται στη δράση, είναι έξυπνη ιδέα... Οι χαρακτήρες εμπεριέχουν δραματικά και χιουμοριστικά στοιχεία, με κορυφαίο σημείο τον διάλογο των ληστών λίγο πριν το τέλος... ένα από τα τελευταία κλασσικά γουέστερν και ένα από τα πιο ξεχωριστά...

ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΙ: Το κλείσιμο του περασμένου χρόνου έμελλε να σημαδευτεί από το χαμό του George Roy Hill, ενός σκηνοθέτη που θα μείνει στη μνήμη μας κυρίως για τρεις λόγους: α) το The Sting - Το Κεντρι του 1972 β) τους «Δυο ληστές» και γ) την προώθηση και καταξίωση του Robert Redford στο star system του Χόλυγουντ. Τα δυο τελευταία στοιχεία είναι απόλυτα συνυφασμένα μεταξύ τους, μιας και ο Hill επέμενε στην επιλογή του άσημου ακόμη τότε ηθοποιού, παρά τις απαιτήσεις του στούντιο για ονόματα όπως αυτά των Steve McQueen και Warren Beatty. Η δικαίωσή του ήρθε όχι μόνο στα ταμεία και τα Όσκαρ (όπου οι «Δυο Ληστές» απέσπασαν τα αγαλματίδια σεναρίου, φωτογραφίας, πρωτότυπης μουσικής και τραγουδιού, ενώ ήταν υποψήφιοι και για τις κατηγορίες καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας), αλλά κυρίως μέσα από τα κιτάπια της κινηματογραφικής ιστορίας που χαρακτηρίζει την ταινία αύτη ως μια από τις κλασικότερες των σελιδων της.

-ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ: Χαρακτηρισμένη ως γουέστερν, αύτη η σπουδή στον εσωτερικό μονόλογο του άτομου, καταθέτει τη ζωή των θρυλικών ληστών Sundance και Butch που άφησαν εποχή στην Άγρια Δύση, με τις ερμηνείες των Redford και Paul Newman αντίστοιχα να ξεχωρίζουν για το μοναδικό «δέσιμό» τους. Διόλου τυχαία το δίδυμο αυτό θα πρωταγωνιστήσει και στην επομένη μεγάλη επιτυχία του Hill, το Κεντρί. Η γλυκόπικρη αύτη νοσταλγική παράθεση ενός κόσμου ιδιόμορφης ελευθερίας, διαχέει έντονες στιγμές συγκίνησης και αγωνίας, ενώ αποτελεί και την αγαπημένη ταινία του Robert Redford. Το ετήσιο φεστιβάλ Sundance που καθιέρωσε, τα λέει όλα με την ονομασία του.


  

The Wild Bunch 1969

The Wild Bunch 1969

Η Άγρια Συμμορία


Σκηνοθεσία: Sam Peckinpah

Σενάριο: Walon Green, Sam Peckinpah, Roy N. Sickner

Είδος: Action, Drama, WESTERN

Διάρκεια: 02:14

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

William Holden: Pike

Ernest Borgnine: Dutch

Robert Ryan: Thornton

Edmond O'Brien: Sykes

Warren Oates: Lyle Gorch

 

Ένα αριστουργηματικό γουέστερν, απ’ τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών και ίσως η καλύτερη δημιουργία του Sam Peckinpah -ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους και ιδιόρρυθμους, μα ταυτόχρονα χαρισματικούς και ευφυείς σκηνοθέτες, που έχει αναδείξει το Hollywood. Έτος 1913... Βρισκόμαστε στην πόλη του Σαν Ραφαέλ στο νότιο Τέξας, στα σύνορα με το Μεξικό, όπου γίνεται επανάσταση. Συγχρόνως ο σιδηρόδρομος και το αυτοκίνητο έχουν αρχίσει να εισβάλλουν στην Αμερικάνικη κοινωνία. Στοιχεία που συντελούν στο τέλος του παλιού Φαρ-Ουέστ και των παρανόμων του.

Τα πράγματα αλλάζουν και οι συμμορίες για να επιβιώσουν, πρέπει πλέον να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα. Ο Pike Bishop (William Holden), μεσήλικας πλέον, είναι επικεφαλής μιας ομάδας παρανόμων που αποτελείται από τους παλιούς του φίλους, Dutch (Ernest Borgnine) και Sykes (Edmond O'Brien) και τρία πολύ νεότερα μέλη, τους αδελφούς Gorch, τον Lyle (Warren Oates) και τον Tector (Ben Johnson), και το Μεξικανό-Ινδιάνο Angel (Jaime Sanchez). Αυτή η παρέα των έξι παρανόμων σχεδιάζει να ληστέψει ένα τραίνο του αμερικάνικου στρατού. Πέφτοντας όμως σε παγίδα, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια ομάδα κυνηγών κεφαλών της οποίας ηγείται ο πρώην φίλος τους και μέλος της συμμορίας, Deke Thorton (Robert Ryan). Προσπαθώντας να επιβιώσουν βρίσκονται στο Μεξικό όπου εκεί έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τον Μεξικάνικο στρατό και τους αντάρτες της Επανάστασης.