Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

The Ladies Man 1961

 

The Ladies Man 1961

Ο Τζέρι Λιούις Γυναικοκατακτητής


Σκηνοθεσία: Jerry Lewis

Σενάριο: Jerry Lewis, Bill Richmond, Mel Brooks

Είδος: Comedy, Jerry Lewis

Διάρκεια: 01:35

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Jerry Lewis: Herbert H. Heebert

Helen Traubel: Miss Helen N. Wellenmellon

Pat Stanley: Fay

Kathleen Freeman: Katie

George Raft: George Raft

 

O Jerry Lewis είναι μία από τις πιο παραγνωρισμένες προσωπικότητες του σινεμά. Ξεχασμένος – ή και σχεδόν άγνωστος πια στο multiplex κοινό – από τους περισσότερους που τον αντιμετώπισαν σαν κωμικό της μούτας και του χαβαλέ, ο Lewis υπήρξε πολλά περισσότερα από αυτό. Να εξηγηθώ: Οι πετυχημένες γκριμάτσες είναι εντελώς του γούστου μου αφού τις αντιμετωπίζω όχι απλά σαν κάτι αστείο, αλλά και σαν ένα κομμάτι μιας τσιρκολάνικης αντίληψης θλιμμένης αυτοδιακωμώδησης, αυτοαποδραστισμού και, συνεπακόλουθα, ως μια κωμικοφανή εκδοχή του “Dr Jekyll and Mr. Hyde” ανθρώπινου δράματος, δηλαδή, της πολυπροσωπίας και της κυκλοθυμίας. (Δεν είναι τυχαίο υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, πως η γνωστότερη ταινία του Jerry είναι μια μεταφορά του θρυλικού έργου του R.L. Stevenson…). Ωστόσο, ο εγκλωβισμός της αντίληψης του κόσμου στην λογική που ήθελε τον Lewis έναν απλό κι ανόθευτο γελωτοποιό των μορφασμών, μπορεί να του εξασφάλισε μια δεκαπενταετία μεγάλων εμπορικών επιτυχιών (αυτός είναι περίπου ο χρόνος εμπορικής ζωής ενός τυποποιημένου σταρ – δείτε και τον, γνήσιο από υποκριτικής πλευράς απόγονό του, Jim Carrey) αλλά, εν συνεχεία, τον εκτόπισε ραγδαία στο συρτάρι των dated φαινομένων του σινεμά. Σήμερα, ο Jerry Lewis είναι «τακτοποιημένος» στο χρονοντούλαπο των «θρύλων του σινεμά», ασφαλής – αφού άπαξ και αγιοποιηθείς στην εκκλησία του Χόλυγουντ, καμία συνέλευση δεν σε αποκηρύττει – αλλά και, τρόπον τινά, άφαντος, αφού αυτή η μουσειοποίηση ελάχιστη σχέση με την τέχνη διατηρεί.

Το ότι ο Lewis είναι πολλά περισσότερα το καταλαβαίνεις βλέποντας μισή ώρα από οποιαδήποτε ταινία της ακμής του ή, κατά προτίμηση, οποιαδήποτε υπό την σκηνοθετική του καθοδήγηση. Το σκηνοθετικό του όραμα είναι και η αιτία του αρχικού μου ισχυρισμού. Η αναμέτρηση δε αυτού του οράματος με την εναλλασσόμενα αποδομητική/ναρκισσιστική του στάση απέναντι στην ίδια του την κινηματογραφική περσόνα, αποτελεί μια τρομερά αντιφατική διελκυστίνδα στο έργο του. Με διαλυτικό συνδυασμό φυγόκεντρων και κεντρομόλων δυνάμεων μέσα στην ίδια ταινία, τα έργα του Jerry «υποφέρουν» πολλές φορές ακριβώς στα δυνατά τους σημεία: Σε κωμικά οπτικοακουστικά γκαγκς, πλημμυρισμένα από έναν ασυγκράτητα πληθωρικό τύπο που μπορεί να εκτείνει ένα αστείο στην παραφορά και το κρεσέντο, αλλά και να το «εξαφανίσει» στην αυταρέσκεια ή και την καθαρά λάθος εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του ίδιου του γκαγκ.

Εκείνο που μένει να καταλάβεις στο σινεμά του Lewis είναι πως επειδή ο δημιουργικός έλεγχος που εξασκεί στο υλικό του είναι υστερικός, αυτό το φαινομενικό πηγαιν’ έλα είναι απόλυτα μέσα στις προθέσεις του.

Και ποιες είναι αυτές οι προθέσεις, λοιπόν; Στην αρχή του Bellboy (σκηνοθεσία του Jerry) ένας ηθοποιός υποδυόμενος μεγαλοπαραγωγό της Paramount, τα λέει όλα: «Αυτή θα είναι μια ταινία βασισμένη στο fun. Χωρίς σενάριο, χωρίς πλοκή.» Το ερώτημα είναι τι ακριβώς εννοεί ο Lewis ως fun…

Από μια πλευρά η περσόνα-Lewis είναι μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις… αυτοφυΐας στην τέχνη του σινεμά. Κανείς πριν από δαύτον δεν μόρφασε κωμικά - αν και υπάρχουν stand up comedians, όπως ο Milton Berle ας πούμε, που το έκαναν, αλλά ποτέ συστηματικά στον κινηματογράφο. Ωστόσο, αν και ορισμένες μούτες του μπορεί να σε παραμορφώσουν απ’ τα γέλια, είναι η άλλη πλευρά της κωμικής του δημιουργίας που τον καθιστά έναν από τους μεγάλους του σινεμά. Αυτή που έχει περισσότερη σχέση με τον (εντελώς ανέκφραστο…!!!) Buster Keaton και τον Jacques Tati, παρά με οποιονδήποτε άλλον. Το σύμπαν του Lewis είναι μια τεράστια κατασκευή (το σπίτι/πλατώ του Ladies Man είναι από τα μεγαλύτερα κι εντυπωσιακότερα που φτιάχτηκαν ποτέ) η παρουσία της οποίας κάνει τον Lewis να θέλει να την καταλάβει και να την υπηρετήσει για να καταφέρει μόνο την απορρύθμιση, το ξεχαρβάλωμα, την αναπόφευκτη δηλαδή είσοδο του χάους στην ανθρώπινα οργανωμένη καθημερινότητα. Ο χαρακτήρας και οι καταστάσεις στο έργο του Lewis μοιάζουν να υπακούουν στον περίφημο νόμο της θερμοδυναμικής που θέλει το σύμπαν σε μια διαρκή εντροπία, μια συνεχή μετάβαση, ας πούμε, από μια κατάσταση τάξης σε μια μεγαλύτερης αταξίας. Ο Lewis εξωθεί κινηματογραφικά αυτόν τον νόμο στο παραλήρημα, τον παροξυσμό, την διάλυση. Και η αλήθεια είναι, προσπαθώντας χονδροειδώς να εξηγήσω το φαινόμενο, πως η αίσθηση του χάους, όσο κωμικά ή γελοία κι αν αποδοθεί, δεν είναι πάντα ακριβώς ευχάριστη.

Εν συνεχεία ο Lewis ενανθρωπίζει το συμπαντικό χάος δομώντας έναν χαρακτήρα που ενώ προσπαθεί να λειτουργήσει εντός των πλαισίων καθωσπρεπισμού μιας πολιτισμένης κοινωνίας, αδυνατεί να ελέγξει επαρκώς τις ενστικτώδεις, παιδικές ορμές του λειτουργώντας μολυσματικά. Τουτέστιν, και υπό το «ενήλικο» φως των περισπούδαστων ημών, κάνει μαλακίες. Και τις κάνει τόσο φινετσάτα (βλέπε: χοντροκομμένα), τόσο απρόκλητα και τόσο καλοπροαίρετα, που σου είναι αδύνατον όχι μόνο να τις δικαιολογήσεις, αλλά και να τις δικαιώσεις: Σε ένα σύμπαν που ρυτιδώνει συνεχώς – και τι μελαγχολική διαπίστωση για κωμωδία είναι αυτή… - ο Jerry αναλαμβάνει να γίνει όχι απλά ο επιταχυντής της πτώσης, αλλά ο κωμικά λυτρωτικός παράγοντας, εκείνος που θα μας ψιθυρίσει το αναγκαίο «δεν έγινε και τίποτα» σε μια ζωή που έτσι κι αλλιώς νόημα ιδιαίτερο δεν έχει. Η μαλακία στο έργο του Jerry Lewis είναι το απότοκο μιας στάσης ζωής, μια κωμική αναγκαιότητα, ένας τρόπος ν’ αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Αν κάποιοι σαν εμένα πιστεύουν στο «δικαίωμα στην μαλακία», αυτός είναι ο πνευματικός ηγέτης τους…

Τέλος, κι αυτό είναι πιο έκδηλο στο Ladies Man απ’ οπουδήποτε αλλού στο έργο του, ο Lewis έχει μια εντελώς μεταμοντέρνα ψύχωση με το ίδιο το σινεμά και τους μηχανισμούς του. Δεν διστάζει να φτιάξει το σπίτι που προανέφερα, πλήρως λειτουργόν ηλεκτρολογικά και υδραυλικά, και συνάμα να το καδράρει επιβλητικά στο σύνολό του αφήνοντας ξεκάθαρα να φανούν οι άκρες του - και μαζί οι εγκαταστάσεις του… πραγματικού στούντιο. Παίζει με Εικόνες του σινεμά – εδώ ο κλασσικός George Raft στην αξέχαστη σκηνή που χορεύουν οι δυο τους υπό το φως ενός προβολέα – με κινηματογραφικά είδη (η σκηνή με την Sylvia Lewis είναι από τα πιο σαγηνευτικά homage στο μιούζικαλ και σίγουρα μια σκηνή -intertextual- ανθολογίας, πολύ πριν ο όρος, μάλιστα, εφευρεθεί…).

 

Ταυτόχρονα, ο «κινησιολογικός» Jerry απέχει του «γλωσσικού» - κι αυτό είναι μεν και προϊόν μιας καλλιτεχνικής αλαζονείας, αλλά αποτελεί και μια σημαντική δήλωση του Jerry πάνω στο σινεμά: Το «καθαρό» βωβό σινεμά σε γεμίζει αισθήματα συμπάθειας για τον ήρωα, η επικοινωνία συντελείται ουσιαστικά σε ένα βαθύτερα ανθρώπινο επίπεδο αλληλοκατανόησης. Η έλευση του ομιλούντος αμφισβητεί την προαναφερθείσα μαλακία, υπονοεί έναν χαρακτήρα εξυπνότερο, σε αποστασιοποιεί από εκείνα που ασυζήτητα συμπάθησες, βαθαίνει το σχίσμα ανάμεσα στο φαίνεσθαι και είναι.

Η αίσθηση που αποκομίζεις από μια κωμωδία που σε «εξαπατά» οδηγώντας σε τέτοιου είδους αμφιταλαντεύσεις, δεν μπορεί ποτέ να είναι διασκεδαστική.


 

Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

The Hustler 1961

The Hustler 1961

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ


Σκηνοθεσία: Robert Rossen

Σενάριο: Sidney Carroll, Robert Rossen, Walter Tevis

Είδος: Drama, Romance, Sports

Διάρκεια: 02:14

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Paul Newman: Eddie Felson

Jackie Gleason: Minnesota Fats

Piper Laurie: Sarah Packard

George C. Scott: Bert Gordon

Myron McCormick: Charlie Burns

 

Κλείνει σήμερα η τριάδα των ταινιών με θέμα τον τζόγο, με αυτό το φιλμ του 1961. Είχαμε καζίνο, πόκερ και τώρα πάμε στο μπιλιάρδο. Αν αναρωτιέστε πως γίνεται να χωρέσει το μπιλιάρδο στον τζόγο, απλά σας λέω ότι με την κατάλληλη προσπάθεια και εφ` όσων είναι η μόνη τέχνη που κατέχετε και μπορεί να σας δώσει λύσεις στο οικονομικό πρόβλημα, ε τότε μετατρέπεται και σε πηγή εσόδων! Υπάρχουν πολλοί φίλοι του αθλήματος και στη χώρα μας και νομίζω ότι αν δεν το έχετε δει, σίγουρα δεν συμβαίνει το ίδιο και με το sequel του. Απέσπασε βραβεία, έγινε μεγάλη επιτυχία και έδωσε το Όσκαρ αναδρομικά (το άξιζε στην πρώτη του εκδοχή), στον Πώλ Νιούμαν. Η μεγάλη αυτή προσωπικότητα της υποκριτικής, είναι γεγονός ότι αδικήθηκε στις απονομές αυτών των βραβείων, όντας μονίμως προτεινόμενος και ποτέ βραβευμένος, παρά τις θαυμάσιες του ερμηνείες. Έτσι, η ακαδημία είπε να του δώσει ένα βραβείο συνολικό θέλω να πιστεύω, περισσότερο, παρά για την ερμηνεία του στο «Χρώμα του χρήματος» (“Color of the Money”). Μια ταινία στην οποία ο συμπρωταγωνιστής Τομ Κρούζ, πήρε δωρεάν μαθήματα ηθοποιίας, τα οποία του χρειάστηκαν στην συνέχεια. Εμείς, θα δούμε όμως τα έργα και ημέρες του “Fast Eddie”, σε άσπρο – μαύρο, όταν ξεκίνησε να χτίζει τον μύθο του.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είχα δει, σε έναν φίλο που είχε δορυφορική, το 1983 ή `84, σε μια προβολή του Αγγλικού BBC 1. Είχαμε βέβαια ξεκινήσει να ασχολούμαστε με το μπιλιάρδο, αλλά αυτά που είδαμε ήταν πρωτόγνωρα και μας καθήλωσαν. Φοβερή ταχύτητα, καταπληκτικές μπαλιές! Ήμασταν 3-4 φίλοι μαζεμένοι και μόλις τελείωσε η προβολή, φύγαμε τρέχοντας για το κοντινότερο μπιλιαρδάδικο, όσο είχαμε ακόμη φρέσκιες τις εικόνες, για να μη τις ξεχάσουμε! Φυσικά τις επιχειρήσαμε, όχι μόνο εκείνο το απόγευμα, αλλά και για καμιά 100αριά ακόμη, αλλά τις περισσότερες δεν τις μάθαμε! Όχι τότε, τουλάχιστον.

Το βιβλίο είχε γράψει το 1959 ο Sidney Carroll, ο οποίος συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Robert Rossen (έκανε και την παραγωγή), στην συγγραφή του σεναρίου. Η ταινία μας πάει στο 1960, για να παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες (και τα δράματα), του “Fast Eddie” Felson, ενός νεαρού και ταλαντούχου παίκτη του μπιλιάρδου. Ο Felson αναλώνει το ταλέντο του σε μικρά παιγνίδια στοιχημάτων, βγάζοντας τα προς το ζην (μάθε τέχνη κι άστηνε και όταν πεινάσεις πιάστηνε, που λέμε). Από τα καταγώγια της περιοχής του (Καλιφόρνια) και τα κακόφημα στέκια (μη ξεχνάτε ότι δεν ήταν και το πιο κυριλέ άθλημα, εκείνα τα χρόνια…), επιχειρεί να φτάσει στα σαλόνια, νικώντας τον θρύλο “Minnesota Fats”. Αυτή είναι η επιδίωξη και η κεντρική ιδέα, γιατί πάνω της χτίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι στον κόσμο των συναισθημάτων. Ο πρωταγωνιστής θα βιώσει τα περισσότερα, από την πλούσια τους γκάμα. Απογοήτευση, ενθουσιασμό, χαρά, θλίψη, ευτυχία, απόγνωση και πολλά ακόμη. Τα στοιχήματα πάνε κι έρχονται, πολλαπλασιάζονται όπως και οι θεατές που περιτριγυρίζουν τους δύο μονομάχους, οι στέκες χτυπάνε δεξιοτεχνικά τις μπάλες και τα χειροκροτήματα διαδέχεται η σιγή… Ένταση και ταχύτητα. Φοβερός ο ρυθμός του φιλμ, που δεν κάνει πουθενά κοιλιά. Ο Rossen παρ` όλα αυτά, δεν το φιλμάρισε με σκοπό την δράση μονάχα, Θέλησε να περάσει κι άλλα, για όλο αυτό τον κόσμο και το κατάφερε.

Ο Paul Newman ήταν ήδη μεγάλος σταρ, με σπουδαίες ερμηνείες στο ενεργητικό του, σε δύσκολους και απαιτητικούς ρόλους (κυρίως σε θεατρικές μεταφορές στον κινηματογράφο). Είναι και εδώ έξοχος και δικαίως απορεί με την Ακαδημία, την βραδιά της απονομής των βραβείων Όσκαρ, εκείνης της χρονιάς. Και δεν ήταν ο μόνος που απόρησε… Η ταινία πήρε 9 υποψηφιότητες, αλλά κανένα βραβείο… Μέσα στις υποψηφιότητες, ήταν για Α` & Β` ανδρικού ρόλου, σεναρίου και σκηνοθεσίας. Είχε πολύ καλό μοντάζ από τον Dede Allen, πανέμορφη φωτογραφία από τον Eugen Schufftan, που επέλεξε με μοναδικό τρόπο τα πλάνα στα χτυπήματα και όχι μόνον, αλλά και ιδανική μουσική επένδυση από τον Kenyon Hopkins. Μαζί με τον Paul Newman, έχουμε ακόμη στο καστ τους Jackie Gleason (ο μεγάλος του αντίπαλος), Piper Laurie (το αίσθημα), και τον George C. Scott, που κάνει μια από τις καλύτερες του ερμηνείες, σε μια γεμάτη καριέρα! Για μένα ο Scott, κλέβει την παράσταση. Είναι απίθανος! 

Η 20th Century Fox φοβήθηκε την διάρκεια της ταινίας, αλλά πόνταρε πάνω της. 134 λεπτά διάρκειας, ήταν ….μακριά από μένα, για τα Αμερικάνικα στούντιο της εποχής! Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Με πάνω από 90 λεπτά, …μμ… έπαιζες κορώνα – γράμματα, γιατί οι θεατές μπορεί να άρχιζαν τα χασμουρητά. Εκτός, κι αν είχες ένα τρόπο να τους κρατήσεις τσιτωμένους στις καρέκλες. Ο Rossen είχε το ρυθμό για σύμμαχο και αποδείχτηκε πολύτιμος. Η αλήθεια είναι, ότι τα 2 εκατομμύρια που κόστισε η ταινία, δεν ήταν και λίγα. Τα έβγαλε βέβαια, αλλά το ρίσκο ήταν μεγάλο, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους και να είμαστε δίκαιοι και με τα στούντιο. Στα παραλειπόμενα, να αναφερθεί ότι το σενάριο το γυρόφερνε ο Frank Sinatra, αλλά τελικά δεν δοκίμασε την τύχη του να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. Ο Newman τώρα, δεν είπε το ναι με την πρώτη, αφού είχε και τα γυρίσματα του Two for the Seesaw, με παρτενέρ την Elizabeth Taylor. Όμως μια σειρά γεγονότων, έφερε τελικά τον δημοφιλή πρωταγωνιστή στον βασικό ρόλο. Αρχικά η Taylor ακύρωσε τα γυρίσματα του Two for the Seesaw, γιατί επέλεξε την Cleopatra! Έτσι ο Newman έμεινε με αρκετό ελεύθερο χρόνο! Απ` την άλλη, ο τραγουδιστής Bobby Darin, που ήταν η δεύτερη επιλογή του σκηνοθέτη για τον ρόλο, είχε κάποιους ενδοιασμούς. Εκεί λοιπόν, πετάχτηκε η φάτσα του Newman, που με ένα πλατύ χαμόγελο είπε «ναι» και ο “Fast Eddie” πέρασε στην αιωνιότητα!


  

The Guns of Navarone 1961

 The Guns of Navarone 1961

Τα Κανόνια του Ναβαρόνε


Σκηνοθεσία: J. Lee Thompson

Σενάριο: Alistair MacLean, Carl Foreman

Είδος: Action, Adventure, Drama, War

Διάρκεια: 02:38

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Gregory Peck: Capt. Keith Mallory

David Niven: Cpl. John Anthony Miller

Anthony Quinn: Col. Andrea Stavros

Stanley Baker: CPO 'Butcher' Brown

Anthony Quayle: Maj. Roy Franklin

 

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μία ομάδα συμμάχων καταδρομέων και Ελλήνων ανταρτών αναλαμβάνει να ανατινάξει τα δύο τεράστια κανόνια των Γερμανών που δεσπόζουν σε ένα μικρό νησί, εμποδίζοντας τις συμμαχικές δυνάμεις να απελευθερώσουν 2.000 εγκλωβισμένους Βρετανούς στρατιώτες.

Εκρηκτική περιπέτεια που, παρά τα χρόνια που κουβαλά στην... πλάτη της και τη σχετικά μεγάλη διάρκεια, καταφέρνει να συναρπάσει το σύγχρονο θεατή με τη δράση και το μυθικό πλέον καστ, το οποίο περιλαμβάνει πρωτοκλασάτους ηθοποιούς της δεκαετίας του ΄60. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο φανταστικό αιγαιοπελαγίτικο νησί Κέρος, έχουν παγιδευτεί δύο χιλιάδες Βρετανοί στρατιώτες. Η επιχείρηση διάσωσης είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς την πρόσβαση εμποδίζουν δύο τεράστια γερμανικά κανόνια. Έτσι, μια ομάδα Βρετανών, σε συνεργασία με Έλληνες της Αντίστασης, αναλαμβάνει να τα ανατινάξει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για το συμμαχικό στόλο. Η ταινία γυρίστηκε στη Ρόδο, δεν αποφεύγει το φολκλόρ ή κάποιες χολιγουντιανές συμβάσεις (οι Έλληνες μεταξύ τους μιλάνε αγγλικά) και βραβεύτηκε με Όσκαρ για τα όντως εντυπωσιακά για την εποχή ειδικά εφέ.


 

Judgment At Nuremberg 1961

Judgment At Nuremberg 1961

Τα Απόρρητα της Νυρεμβέργης

Σκηνοθεσία: Stanley Kramer

Σενάριο: Abby Mann, Montgomery Clift

Είδος: Drama, History

Διάρκεια: 03:06

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Spencer Tracy: Chief Judge Dan Haywood

Burt Lancaster: Dr. Ernst Janning

Richard Widmark: Col. Tad Lawson

Marlene Dietrich: Mrs. Bertholt

Maximilian Schell: Hans Rolfe 

Στη μεταπολεμική Νυρεμβέργη τέσσερις Γερμανοί κρατικοί λειτουργοί δικάζονται επειδή συνεργάστηκαν με τους ναζί. Ενώ η δίκη προχωρεί, η Ευρώπη οδεύει προς διαίρεση σε ανατολικό και δυτικό μπλοκ.


 


Birth Certificate 1961

 

Birth Certificate 1961

Swiadectwo urodzenia

Πιστοποιητικό Γέννησης


Σκηνοθεσία: Stanislaw Rózewicz

Σενάριο: Stanislaw Rózewicz, Tadeusz Rózewicz

Είδος: Drama, War,

Διάρκεια: 01:39

Γλώσσα: Πολωνικά

Παίζουν:

Henryk Hryniewicz: Janek (segment Na drodze)

Beata Barszczewska: Mirka (segment Kropla krwi)

Andrzej Banaszewski: Heniek (segment List z obozu)

Edward Mincer: Zbyszek (segment List z obozu)

Wojciech Siemion: Józef (segment Na drodze)

 

Πρόκειται για μια ταινία που αποτελείται από τρεις ιστορίες. Και οι τρεις εξελίσσονται στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου, επίσης οι ήρωες τους είναι παιδιά. Αν και η κάθε ιστορία της ταινίας, είναι ξεχωριστή χωρίς καμία σύνδεση με την προηγούμενη, ωστόσο και οι τρεις καταγράφουν ένα συγκεκριμένο κρίσιμο σημείο, που πρόκειται να αλλάξει για πάντα τη ζωή των μικρών πρωταγωνιστών. Για τον καθένα ήρωα των τριών ιστοριών, αυτό το σημείο θα καθορίσει το πιστοποιητικό γέννησης τους ή αλλιώς το φύλλο πορείας που θα καθορίσει την υπόλοιπη ζωή τους!!!


 

The Children's Hour 1961

 

The Children's Hour 1961

Ψίθυροι


Σκηνοθεσία: William Wyler

Σενάριο: Lillian Hellman, John Michael Hayes

Είδος: Drama

Διάρκεια: 01:47

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Audrey Hepburn: Karen Wright

Shirley MacLaine: Martha Dobie

James Garner: Dr. Joe Cardin

Miriam Hopkins: Mrs. Lily Mortar

Fay Bainter: Mrs. Amelia Tilford

 

Η Μάρθα Ντόμπι (Σίρλεϋ ΜακΛέην) και η Κάρεν Ράιτ (Χέπμπορν), φίλες από την εφηβεία τους, είναι συνιδιοκτήτριες ενός σχολείου θηλέων. Η Κάρεν είναι αρραβωνιασμένη με το Τζο (Γκάρνερ), έναν νεαρό γιατρό. Όταν τα οικονομικά του σχολείου επιτέλους αρχίζουν να ανθίζουν, το ζευγάρι αποφασίζει να ορίσει ημερομηνία γάμου, γεγονός που κάνει τη Μάρθα να νιώσει ένα κέντρισμα ζήλιας.

Κάποιο κακομαθημένο κοριτσάκι του σχολείου, το οποίο θέλει να εκδικηθεί τις δασκάλες γιατί τιμωρήθηκε για κάποια σοβαρή αταξία, διαδίδει ένα βαρύ ψέμα, πως τάχα οι δύο γυναίκες διατηρούν μεταξύ τους κρυφό δεσμό. Οι φήμες μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, και σαν αποτέλεσμα το σχολείο χάνει την αξιοπιστία του, τα κορίτσια απομακρύνονται από τους γονείς τους και η επιχείρηση κλείνει. Επιπλέον ο Τζο, αρχίζει να αμφιβάλλει σχετικά με την πίστη της Κάρεν στο πρόσωπό του και την πραγματική σχέση της με τη Μάρθα.


 

Breakfast At Tiffany's 1961

Breakfast At Tiffany's 1961

Πρόγευμα στο Τίφαννις


Σκηνοθεσία: Blake Edwards

Σενάριο: Truman Capote, George Axelrod

Είδος: Comedy, Drama, Romance

Διάρκεια: 01:55

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Audrey Hepburn: Holly Golightly

George Peppard: Paul Varjak

Patricia Nea: 2E Failenson

Buddy Ebsen: Doc Golightly

Martin Balsam: O.J. Berman

 

Η Χόλι Γκολάιτλι, περιφέρεται στη Νέα Υόρκη, και συντηρείται από πλούσιους άντρες, ελπίζοντας ότι το πάρτι δεν θα τελειώσει ποτέ. Γνωρίζει έναν ταλαντούχο συγγραφέα, τον Πολ Βάρτζακ, και μια πλατωνική φιλία θα ξεκινήσει.. Ο τρόπος ζωής της, βοηθά τον Πολ να ξεφύγει από το συγγραφικό του μπλόκο και να δημιουργήσει ξανά.

Ευχάριστη ρομαντική κομεντί, από το ομώνυμο βιβλίο του Truman Capote, με ηρωίδα τη Χόλι Γκολάιτλι, ένα αγρίμι της αμερικανικής επαρχίας που έχει ασπαστεί τους ρυθμούς ζωής του Μανχάταν των ΄60s. Θα γνωριστεί με ένα νεαρό συγγραφέα, θα τον ερωτευτεί και θα έλθει αντιμέτωπη με τον εαυτό της, στον οποίο έχει φορέσει ένα προσωπείο ανεμελιάς και αναλγησίας. Το παλιό δεν είναι απαραιτήτως καλό ή "κλασικό". Εδώ, όμως, έχουμε σε πρώτο πλάνο το έξυπνο μουτράκι της Χέπμπουρν και πίσω από την κάμερα έναν ακμαίο Έντουαρντς, που αφενός εμπλουτίζει την ιστορία με χιουμοριστικές πινελιές (η κωμική ρουτίνα με το Γιαπωνέζο ένοικο) και αφετέρου σκιαγραφεί θαυμάσια την τρέλα και το "δήθεν" που επικρατούσαν στους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης μερικές δεκαετίες πριν. Το "Breakfast At Tiffany's" βραβεύτηκε με Όσκαρ Μουσικής και Τραγουδιού (Χένρι Μαντσίνι).