Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

L'age D'or 1930


L'age D'or 1930
Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ


Σκηνοθεσία: Luis Buñuel
Σενάριο: Luis Buñuel, Salvador Dalí
Είδος: Comedy, Drama
Διάρκεια: 1h
Υπότιτλοι: PSiF
Παίζουν:
Gaston Modot = Ο άνδρας
Lya Lys = Η γυναίκα
Caridad de Laberdesque = Μαρκίσιος Chambermaid
Max Ernst = Αρχηγός των λιστών
Artigas = Κυβερνήτης
Lionel Salem = Δούκας του Blangis
Germaine Noizet = Μαρκήσιος X
Duchange = Μαέστρος της ορχίστρας
Bonaventura Ibáñez = Μαρκήσιος του X


Χρυσή Εποχή (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά: L'Âge d'Or) είναι ο τίτλος υπερρεαλιστικής ταινίας του σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, σε σενάριο του ιδίου και του ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί.[1] Αποτελεί τη δεύτερη, κατά χρονολογική σειρά, συνεργασία του Μπουνιουέλ με τον Νταλί, που ακολούθησε την δημιουργία του Ανδαλουσιανού Σκύλου (1929). Παραγωγός της ταινίας ήταν ο Le Vicomte de Noailles, ο οποίος εξασφάλισε στον Μπουνιουέλ απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Προβλήθηκε δημόσια, για πρώτη φορά, τον Οκτώβριο του 1930, στο Studio 28 του Παρισιού, προκαλώντας αρκετές αντιδράσεις, οι οποίες οδήγησαν τελικά στην απαγόρευσή της, με αφορμή ένα επεισόδιο στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, όταν μέλη της εθνικιστικής γαλλικής Πατριωτικής Νεολαίας, διέκοψαν την προβολή της, προκαλώντας βανδαλισμούς. Μία εβδομάδα μετά το επεισόδιο, ο αρχηγός της γαλλικής αστυνομίας απαγόρευσε την ταινία εν ονόματι της διασφάλισης της δημόσιας τάξης. Μετά την επανέκδοσή της, προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική, το 1979 και στο Παρίσι το 1981. Η κριτικός κινηματογράφος Pauline Kael, περιέγραψε τη Χρυσή Εποχή ως "την περισσότερο σκανδαλώδη" ταινία του Μπουνιουέλ, "υπερρεαλιστική, ονειρική και ηθελημένα πορνογραφικά βλάσφημη".


Η ταινία έχει κοινά στοιχεία με τον Ανδαλουσιανό Σκύλο και διακρίνεται από αμιγώς υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά, δίχως να ακολουθεί μία συμβατική, λογική ακολουθία γεγονότων, αν και κεντρικό και σταθερό ρόλο στην υπόθεση διαδραματίζει ο έρωτας ενός ζευγαριού. Μέσα από μία αλληλουχία εικόνων και σκηνών, οι Μπουνιουέλ και Νταλί εκφράζονται, μεταξύ άλλων, γύρω από την αστική τάξη, το φετιχισμό ή τους θεσμούς της οικογένειας και της εκκλησίας, συχνά με διάθεση παρωδίας και πρόκλησης. Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ έγραψε για το έργο ότι αποτελούσε μία ταινία "για ένα τρελό έρωτα, για μια ακατανίκητη έλξη, που όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, σπρώχνει τον ένα στον άλλο, έναν άντρα και μια γυναίκα που δεν καταφέρνουν ποτέ να ενωθούν".


O Μπουνιουέλ αναφέρει στην αυτοβιογραφία του πως αν και αρχικά ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον Νταλί πάνω στη συγγραφή του σεναρίου, τελικά εξαιτίας συνεχών διαφωνιών μεταξύ τους, χώρισαν φιλικά και ολοκλήρωσε το σενάριο μόνος του. Σημειώνει ωστόσο πως ο Νταλί του έστελνε επιστολές με ιδέες, τουλάχιστον μία εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε στην ταινία και πρόκειται για τη σκηνή κατά την οποία ένας άνθρωπος περπατά με μία πέτρα πάνω στο κεφάλι περνώντας δίπλα από ένα άγαλμα που έχει επίσης μία πέτρα στο κεφάλι.

Η ταινία στο youtube:

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

The Love Parade 1929


The Love Parade 1929
Ερωτική Παρέλαση


Σκηνοθεσία: Ernst Lubitsch
Σενάριο: Ernest Vajda, Guy Bolton
Είδος: Comedy, Musical, Romance
Διάρκεια: 1h 47mi
Υπότιτλοι: miki-mik7
Παίζουν:
Maurice Chevalier = Κόμης Alfred Renard
Jeanette MacDonald = Βασίλισσα Louise
Lupino Lane = Jacques
Lillian Roth = Lulu
Eugene Pallette = Υπουργός πολέμου


Ο Ερνστ Λούμπιτς (γερμανικά: Ernst Lubitsch), (28 Ιανουαρίου 1892 - 30 Νοεμβρίου 1947)[1] ήταν Γερμανός, μετέπειτα πολιτογραφημένος Αμερικανός, σκηνοθέτης, ηθοποιός, σεναριογράφος και παραγωγός. Οι κωμωδίες του σατίριζαν τα κακώς κείμενα των σύγχρονων κοινωνιών, καθώς και διάφορες εθνικές ομάδες, τον κατέστησαν ως έναν από τους πιο οξυδερκείς σκηνοθέτες του Χόλυγουντ. Αποκαλούνταν Ο Μάγος της Κωμωδίας και τα έργα του χαρακτηρίζονταν από το άγγιγμα του Λούμπιτς. Μερικές από τις σημαντικότερές του ταινίες είναι: Ερωτική Παρέλαση (The Love Parade, 1930), Φασαρία στον Παράδεισο (Trouble in paradise, 1932), Ερωτικές καντρίλιες (Design for loving, 1933), Νινότσκα (Ninotchka, 1939), Να ζει κανείς ή να μη ζει (To Be or Not to Be, 1942) και Ο ουρανός ας περιμένει (Heaven Can Wait, 1943). Ο σκηνοθέτης προτάθηκε τρεις φορές για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και το 1947 του απένειμαν Τιμητικό Όσκαρ.


Ο Μωρίς Ωγκύστ Σεβαλιέ (Maurice Auguste Chevalier, 12 Σεπτεμβρίου 1888 – 1η Ιανουαρίου 1972) ήταν Γάλλος ηθοποιός και τραγουδιστής. Ξεκίνησε ως τραγουδιστής σε μικρή ηλικία, έγινε γνωστός στις ΗΠΑ ανεβάζοντας την οπερέτα Dédé στο Μπρόντγουεϊ το 1922 και εξελίχθηκε ως ηθοποιός με την επικράτηση του ομιλούντος κινηματογράφου, από το 1928. Το 1930 ήταν υποψήφιος για βραβείο «Όσκαρ» για τις ταινίες The Love Parade (1929) και The Big Pond (1930).
Μετά από μεγάλο διάλειμμα, επέστρεψε στο Χόλυγουντ το 1957 με την ταινία Αριάν (αγγλ. τίτλος Love in the Afternoon) και το επόμενο έτος με την ταινία Ζιζί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 πρωταγωνίστησε σε οκτώ ταινίες, με σημαντικότερες τις Can-Can (1960) και Φάννυ (1961). Το 1970 πραγματοποίησε την τελευταία συμμετοχή του στον κινηματογράφο, τραγουδώντας το τραγούδι των τίτλων στην ταινία του Ντίσνεϋ Οι Αριστόγατες.


Η Λουίζ, βασίλισσα της μυθικής Συλβανίας, κινδυνεύει να μείνει παρθένα για μια ζωή. Έτσι το βασίλειο πανηγυρίζει όταν γίνονται οι γάμοι με τον Γάλλο κόμη Ρενάρντ. Όμως, ο γάμος δεν πάει και τόσο τέλεια.
Η πρώτη ομιλούσα ταινία του Ernst Lubitsch θεωρείται το πρώτο μιούζικαλ στην ιστορία όπου οι στοίχοι έχουν άμεση σχέση με τη ροή του σεναρίου.


Die Weisse Holle Vom Piz Palu 1929


Die Weisse Holle Vom Piz Palu 1929
Η Λευκή κόλαση του Πιτς Παλού


Σκηνοθεσία: Arnold Fanck, Georg Wilhelm Pabst
Σενάριο: Arnold Fanck, Ladislaus Vajda
Είδος: Αction, Adventure, Drama
Διάρκεια: 2h 30min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο
Παίζουν:
Gustav Diessl = Dr. Johannes Krafft
Leni Riefenstahl = .          Maria Maioni
Ernst Petersen = Hans Brandt
Ernst Udet = Flieger Udet (as Flieger Ernst Udet)
Otto Spring = Christian Klucker (as Bergführer Spring)
Mizzi Götzel = Maria Krafft


Η σύζυγος του αλπινιστή γιατρού Johannes Krafft (Gustav Diessl) σκοτώνεται έπειτα από πτώση σε χαράδρα παγετώνων. Υπονοείται ότι  το δυστύχημα οφείλεται σε αμέλεια του γιατρού. Ο θάνατος της γυναίκας του στοιχειώνει τον Δρα Johannes Krafft, που περιπλανιέται μόνος αναζητώντας την γυναίκα του στις Άλπεις Bernina (σ.σ. κοντά στο St. Moritz), ενώ του βγαίνει το όνομα το «Πνεύμα του Βουνού». Δέκα χρόνια αργότερα ένα νιόπαντρο ζευγάρι, ο Karl Stern (Ernst Petersen) και η Maria Majoni (Leni Riefenstahl) φτάνουν στην καλύβα-καταφύγιο του Δρα Krafft. Ο  Δρ Krafft και η Maria νιώθουν αμοιβαία έλξη. Την άλλη μέρα ο Krafft και παρά τις προειδοποιήσεις ενός «οδηγού» για επερχόμενη θύελλα, φεύγει μόνος του για το Piz Palu, τον ακολουθεί όμως ο ζηλιάρης Karl. Η Maria τρέχει πίσω από τον Karl, που στην προσπάθειά του να ακολουθήσει τον Δρα  Krafft γκρεμοτσακίζεται (σ.σ. χρησιμοποιώ τον γενικό αυτό όρο, γιατί σε άλλες κόπιες έσπασε πόδι, σε άλλες κεφάλι). Παγιδεύονται στους πάγους, ενώ ο τραυματισμός του Karl τους υποχρεώνει να περάσουν την νύχτα στο βουνό, σ’ ένα μικρό απάγκιο. Η Maria και ο γιατρός μένουν δίπλα του, ενώ η ισχυρή χιονοθύελλα απειλεί τις ζωές τους. Κάποια στιγμή, περνώντας τυχαία από εκείνα τα μέρη, βλέπει το ζευγάρι, τον γιατρό και τον «οδηγό» ο αεροπόρος (σ.σ. της Βέρμαχτ)  Ernst Udet (παίζει ο ίδιος τον εαυτό του-video 16), που είναι και φίλος του Karl και της Maria. Ειδοποιεί τους διάσωσες. Εν τω μεταξύ,  ο Δρ Krafft βγάζει το σακάκι του και το προσφέρει στον Karl. Κατόπιν κουκούλωσε πιο ζεστά και την Maria. Εν συνεχεία σκαρφάλωσε σε ένα ρήγμα του πάγου, όπου κατά την διάρκεια της νύχτας πέθανε από το κρύο. Το ζευγάρι των επιζώντων και τον «οδηγό»   —με τις  χιονοστιβάδες να μαίνονται—    βρήκαν τελικά οι διασώστες, οι οποίοι μετά τις πρώτες βοήθειες, συνόδεψαν με ασφάλεια τον Karl και την Maria κάτω στην κοιλάδα.


Η αρχική κόπια της ταινίας των 150 λεπτών, ήταν χαμένη ως το 1996. Η μουσική του Willy Schmidt-Gentner που συνόδευε την αρχική κόπια, ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα χαμένη. Ωστόσο, πριν την επίσημη πρεμιέρα στο Βερολίνο, «η Λευκή Κόλαση του Piz Palü» έκανε avant πρεμιέρες στην Στουτγάρδη την 1η Νοεμβρίου 1929 και στην Βιέννη στις 11 Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Τις τέσσερις πρώτες βδομάδες προβολής της στο UFA Palast του Βερολίνου, το μεγαλύτερο την εποχή εκείνη κινηματοθέατρο του Βερολίνου, την ταινία είδαν περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι.


Το 1930 βγήκε μια αγγλική κόπια με ενσωματωμένη μουσική.
Το 1935 βγήκε άλλη μια κόπια με μουσική του Giuseppe Becce, ενώ η ταινία συντμήθηκε στα 92 λεπτά, αφού από το 1933 κυβερνούσαν οι Ναζί. Γιατί συντόμευσε η ταινία; Εξηγούμαι: Το «Karl Stern» ως εβραϊκό όνομα εξαφανίστηκε και έγινε «Hans Brandt». Κόπηκαν όλες οι σκηνές με τον Εβραίο ηθοποιό Kurt Gerron, ο οποίος δολοφονήθηκε στο  Auschwitz το 1944, σε ηλικία 47 ετών. Το 1950 ο Rolf Hansen έκανε ένα remake με τίτλο Föhn και πρωταγωνιστές τους Hans Albers και την Liselotte Pulver.


Η ταινία αποκαταστάθηκε πρόσφατα (1997) από την Ταινιοθήκη του Μονάχου και έχει διάρκεια 135 λεπτά, ενώ η προβολή συνοδεύεται από νέα μουσική που συνέθεσε ο Ashley Irwin το 1997 για την αποκατεστημένη βωβή κόπια της ταινίας. Κυκλοφορεί και σε DVD από το ARTE.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Die Büchse Der Pandora 1929


Die Büchse Der Pandora 1929
Το κουτί της Πανδώρας



Σκηνοθεσία: Georg Wilhelm Pabst
Σενάριο: Frank Wedekind, Ladislaus Vajda
Είδος: Crime, Drama, Rom
Διάρκεια: 131 min
Παίζουν:
Louise Brooks = Lulu
ritz Kortner = Dr. Ludwig Schön
Francis Lederer = lwa Schön
Carl Goetz = Schigolch
Krafft-Raschig = Rodrigo Quast
Alice Roberts = Κόμησα Geschwitz


Η υπέροχη γερμανική ταινία του Pabst που αποκάλυψε το θαύμα που λέγεται Louise Brooks. Η πλοκή έχει παρθεί από δύο θεατρικά έργα του Φραντς Βέντεκιντ και αφηγείται τη ζωή της Λούλου, μιας προκλητικής χορεύτριας τσίρκου, που παντρεύεται έναν πλούσιο γιατρό, τον δολοφονεί, γίνεται πόρνη και καταλήγει στο τέλος θύμα του Τζάκ του Αντεροβγάλτη.


Η τεχνική διακοπής του γυρίσματος που ακολούθησε ο Pabst, ενώ οι ηθοποιοί εξακολουθούσαν να κινούνται, δημιουργούσε μία ποιητική ατμόσφαιρα στο φιλμ, όπως και η έξυπνη χρήση του απαλού φωτισμού που αναδείκνυε μια ηρωίδα παγιδευμένη στο πεπρωμένο της. Το μοντάζ της ταινίας είναι ρευστό γιατί αυτού του είδους την ατμόσφαιρα ήθελε να περάσει ο Pabst, με τα κοντράστ στο κιαροσκούρο (όπως τη σκηνή με τη φωτισμένη βάρκα μέσα στη νύχτα). Παρά όμως τη στιλιστική αυτή ρευστότητα υπάρχουν αυτοδύναμες σκηνές που ξεχωρίζουν με την ιμπρεσιονιστική τους λάμψη και τον εξπρεσιονιστικό φωτισμό τους.


Κανένας άλλος σκηνοθέτης δεν κατάφερε να δείξει τόσο καλά τον πυρετό των παρασκηνίων τη βραδιά της πρεμιέρας μιας μεγάλης παράστασης. Η απίστευτα ερωτική ερμηνεία όμως της 22χρονης πρωταγωνίστριας, «στοιχειώνει» το φιλμ και δεν αφήνει κανένα περιθώριο σκηνοθετικής προσέγγισης. Η Brooks υπήρξε μια ηθοποιός με ασυνήθιστη ευφυΐα και όχι απλά μια εκτυφλωτικά όμορφη γυναίκα. Η παρουσία της ήταν πάντα αινιγματική. Γι αυτό το λόγο η ταινία έμεινε στην ιστορία, γιατί δημιούργησε ένα αρχέτυπο χαρακτήρα, τη Λούλου, μια γυναίκα - πειρασμό, η οποία με την απροκάλυπτη σεξουαλικότητά της καταστρέφει τις ζωές όσων την περιτριγυρίζουν.


Παρά το καλό μοντάζ, την εμπνευσμένη σκηνοθεσία και την εξπρεσιονιστική φωτογραφία, η Brooks είναι εκείνη που αναδεικνύει και διατρέχει το σώμα του φιλμ, χάρη στο σεξουαλικό μαγνητισμό της και τη μοναδική κίνηση και έκφρασή της. Η Λούλου εμφανίζεται σαν ένα ομοίωμα παγανιστικής θεότητας, είναι ελκυστική, στολισμένη με πούλιες που αστράφτουν, με φτερά και διάφορα μπιχλιμπίδια, τη στιγμή που το φόντο είναι ένα αιωρούμενο και φλου σκηνικό. Πολλές φορές ο Pabst φιλμάρει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Λούλου από ασυνήθιστες γωνίες, ώστε να φαίνεται τόσο αισθησιακό που να δίνει την εντύπωση ότι στερείται ατομικότητας. Ο χαρακτήρας της ταινίας καθορίζεται από τα γκρο – πλάνα. Η φαντασμαγορική και φωσφορίζουσα ατμόσφαιρα, όπως και η φωτεινή ομίχλη του Λονδίνου παραμένουν σ’ όλο το φιλμ, μια απλή υπόκρουση, το ακομπανιαμέντο που εντείνει τη σημασία αυτών των γκρο – πλάνων. Ο Pabst χρησιμοποιεί μια τεχνική με την οποία αναζητεί τις σωστές «ψυχολογικές ή δραματικές γωνίες» που με μια και μόνο ματιά, από τη μεριά του θεατή, αποκαλύπτουν το χαρακτήρα των προσώπων, τις ψυχικές τους σχέσεις, τις καταστάσεις, τις εντάσεις και την τραγικότητα. Έτσι διαφοροποιείται από την μέθοδο του Murnau που ξετύλιγε μια σκηνή επί μακρόν από τη συνεχώς κινούμενη κάμερα, δείχνοντας ότι γι αυτόν το μοντάζ έχει τον τελευταίο λόγο στο δέσιμο της δράσης. Εκπληκτική είναι και η επόμενη ταινία του «το ημερολόγιο μιας έκπτωτης κόρης», και πάλι με την Louise Brooks, όπου χρησιμοποιεί μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αυστηρότητα ύφους, αλλά από εκεί και μετά δε θα καταφέρει ποτέ να γυρίσει μια ταινία που θα φτάσει το μεγαλείο των δύο αυτών φιλμ.





Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Man With The Movie Camera 1929


Man With The Movie Camera 1929
Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή


Σκηνοθεσία: Dziga Vertov
Σενάριο: Dziga Vertov
Είδος: Documentary, Music
Διάρκεια: 1h 8min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Μια από τις διασημότερες ταινίες ανάμεσα στους θεωρητικούς του κινηματογράφου, ο Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή έγινε πεδίο εκτεταμένων αναλύσεων, (όπως και ο Πολίτης Κέιν αργότερα). Πρόκειται για μια σύνθεση εικόνων από τη ζωή των κατοίκων σε μια σοβιετική πόλη που παρουσιάζεται παράλληλα με τον καμεράμαν ο οποίος προσπαθεί να συλλάβει τη ζωή μέσα από την κάμερά του και κάνει και αυτός τη δουλειά του. Μοιάζει με Κογιανισκάτσι της δεκαετίας του 20, (ειδικά με την εξαιρετική χρήση της μουσικής του Νάιμαν στην κόπια που είδαμε) που υμνεί τη ζωή, έχει λίγο υπεροπτική ματιά και απευθύνεται σε πληροφορημένο κοινό, (ως πειραματικό σινεμά που είναι), αλλά είναι καθαρή τέχνη με πολλές στιγμές ποίησης, (το κορίτσι που ξυπνάει, οι αθλητές, οι αντιδράσεις των παιδιών, κλπ.) και σχόλια για τη διαμόρφωση της πραγματικότητας από τον κινηματόγραφο.


Η ταινία βασίζεται στις θεωρίες του Βερτόφ περί κινηματογράφου-μάτι που υποστήριζε ότι ο κινηματόγραφος πρέπει να συλλαμβάνει τη ζωή στη φυσική της εκδήλωση, (ή τον αυθορμητισμό της ζωής), την πραγματικότητα χωρίς παραποίηση, (μάλιστα για να το πετύχει αυτό πολλές φορές χρησιμοποιούσε κρυμμένες κάμερες για να αιχμαλωτίσει το απροσδόκητο της ζωής), αλλά έδινε μεγάλη σημασία και στο μοντάζ όπου ο δημιουργός συνθέτει το υλικό του σε ένα έργο τέχνης που μπορεί να διέπεται από ποίηση, (συγκίνηση, δυναμισμό και ρυθμό, κλπ.) αλλά ξεχωρίζει από το θέατρο και τις άλλες τέχνες. Συνεπώς όπως και σε άλλες ταινίες του Βερτόφ, έτσι και στην γνωστότερη δημιουργία του, τον Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή, ο σκηνοθέτης αρνείται το σενάριο και τα λοιπά που χαρακτηρίζουν το νορμάλ σινεμά και προσπαθεί σε ένα αισιόδοξο μωσαϊκό εικόνων που θυμίζει ντοκιμαντέρ, (με αριστοτεχνική όμως κίνηση της κάμερας που περιλαμβάνει και ευρήματα όπως τις παγωμένες λήψεις, την αργή κίνηση, τον χωρισμό της οθόνης, κ.α.) να συλλάβει ρυθμικά και ευρηματικά τον αυθορμητισμό της ζωής.


Ο Dziga Vertov (παρατσούκλι, που σημαίνει «σβούρας») αποκαλούσε το αφηγηματικό σινεμά ότι είναι σαν να κινηματογραφεί κάποιος τον... πισινό του! Ο δικός του κινηματογράφος δεν είχε ούτε σενάριο, ούτε δομή, ούτε ηθοποιούς, ούτε, ούτε... Η γνώμη μου είναι πως ο Ρώσος φορμαλιστής έκανε ένα από τα πιο γλυκά λάθη της ιστορίας...

Μια τέχνη δεν ορίζεται από την θεματολογία της, αλλά από τα όρια της τεχνικής της. Εκεί που τελειώνει η ανθρώπινη φαντασία, εκεί μπορεί να τελειώσει και η θεματολογία μιας τέχνης και πάντα εντός αυτών των συνόρων... το χάος. Όμως, ο Vertov, με το να μην πιστεύει λόγια σαν τα δικά μου, δημιούργησε «τερατουργήματα» τέχνης και τεχνικής. Έκανε επανάσταση στην κινηματογραφική φόρμα, πριν η έβδομη τέχνη προλάβει να κάνει τα πρώτη της βήματα. Ίσως είναι αυτός κι ο λόγος που έκτοτε το ντοκιμαντέρ δεν μπορεί να βρει τον καλλιτεχνικό του δρόμο προς της εξύψωση, γιατί απλά... πιο πάνω δεν πάει!
Πώς, όμως, μπορεί κάποιος να αναλύσει το συγκεκριμένο αριστούργημα, χωρίς να παραπέμψει στα κοινότυπα; Το να πούμε, πάλι, για τις πόσες τεχνικές εισήγαγε στον χώρο ο Vertov, φοβάμαι πως θα μας κάνει βαρετούς τόσο στους γνώστες, όσο και στους υπόλοιπους που αν δεν το δουν με τα μάτια τους, δεν θα τους πουν τίποτα. Γι` αυτό σκέφτηκα να σας παραθέσω την ακόλουθη παράγραφο και τα λέμε ύστερα...


Ένα τρένο έρχεται με μεγάλη ταχύτητα κατά πάνω μας. Μια άδεια πλατεία. Ένας αθλητής σε αργή κίνηση. Μία όμορφη γυναίκα ξυπνάει. Άντρες εργάζονται στα έγκατα της γης. Ένα μωρό βγαίνει από την κοιλιά της μητέρας του. Ένα ζευγάρι παντρεύεται. Ένα ζευγάρι χωρίζει. Ένα άλογο καλπάζει. Κοσμοπλημμύρα...


Συνεχείς αλλαγές ρυθμού, συνεχή σοκ, πρωτοποριακή τεχνική, ένας δημιουργός σε παροξυσμό και όμως, όλα είναι ήδη εδώ και τα ζούμε καθημερινά… Η έννοια δεν είναι να μάθετε κάτι καινό, αλλά να γίνετε μάρτυρες αυτού που υπάρχει εμπρός σας. Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή είναι ένα απαραίτητο μάθημα κινηματογράφου για το κοινό του χθες, του σήμερα, του αύριο. Όσοι αισθανθήκατε έστω και κάτι λίγο από την προηγούμενη παράγραφο, είστε ήδη έτοιμοι για την απόλυτη ντοκιουμαντερίστική εμπειρία. Οι υπόλοιποι, απλά, επιβάλλεται να προσπαθήσετε...

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

The Last Command 1928


The Last Command 1928
Το Λυκόφως της Δόξας


Σκηνοθεσία: osef von Sternberg
Σενάριο: Lajos Biró, John F. Goodrich
Είδος: Drama, History, Romance
Διάρκεια: 1h 28min
Μεσότιτλοι: Tsantilas
Παίζουν:
Emil Jannings = Gen. Dolgorucki / Μέγας δούκας Sergius Alexander
Evelyn Brent = Natalie Dabrova
William Powell = Lev Andreyev
Jack Raymond = Βοηθός διευθυντού
Nicholas Soussanin = Ο υπασπιστής
Michael Visaroff = Serge (ο υπηρέτης)
Fritz Feld = Ένας επαναστάτης


Το Λυκόφως της Δόξας (Πρωτότυπος τίτλος The Last Command) είναι βωβή δραματική ταινία παραγωγής 1928 βασισμένη σε διήγημα του Λάγιος Μπιρό[1]. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας Έμιλ Γιάνινγκς, που ερμηνεύει το ρόλο ενός ξεπεσμένου στρατηγού της φρουράς του τσάρου, βραβεύτηκε με το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου στην πρώτη απονομή των βραβείων το 1929. Πλάι στον Γιάνινγκς εμφανίζονται ο Γουίλιαμ Πάουελ και η Έβελιν Μπρεντ. Η ταινία επιλέχθηκε να φυλαχθεί για διατήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογράφου των ΗΠΑ από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, με αιτιολόγηση πως είναι πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική


Το 1917, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, που σήμανε την πτώση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ένας στρατηγός, ο Μεγαδούκας Σέργιος Αλέξανδρος (Εμίλ Γιάνινγκς), ξαδελφός του τσάρου, καταφέρνει να σωθεί και να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου ζει υπό συνθήκες φτώχειας. Ένας πρώην του αντίπαλος, ο Λέων Αντρέγιεφ (Γουίλιαμ Πάουελ), που εργάζεται ως σκηνοθέτης σε αμερικανική χολιγουντιανή εταιρία καταφέρνει να τον εντοπίσει και τον προσλαμβάνει ως ηθοποιό σε μια ταινία που έχει ως θέμα την επανάσταση του '17.


Ο σκηνοθέτης Έρνστ Λούμπιτς αποκάλυψε στο δημοσιογράφο Γκίλμπερτ Σουάν ότι η υπόθεση της ταινίας είχε ως πηγή έμπνευσης τη ζωή ενός στρατηγού της φρουράς του τσάρου ονόματι Θεόδωρος Α. Λοντιτζένσκι, τον οποίο ο Λούμπιτς είχε γνωρίσει στη Ρωσία και είχε συναντήσει χρόνια αργότερα στη Νέα Υόρκη όπου είχε ανοίξει εστιατόριο. Ο Λούμπιτς συνάντησε ξανά τον άνδρα όταν εκείνος εμφανίστηκε σε ταινία του ως κομπάρσος για 7.50 δολάρια την ημέρα. Ο Λούμπιτς διηγήθηκε το περιστατικό στον Λάγιος Μπιρό, ο οποίος έγραψε την ιστορία πάνω στην οποία βασίστηκε το σενάριο της ταινίας του Φον Στέρνμπεργκ. Ο Λοντιτζένσκι, μετά την προβολή της ταινίας, υιοθέτησε το ψευδώνυμο Θίοντορ Λόντι και έγινε ηθοποιός εμφανιζόμενος σε κάποιες ταινίες μεταξύ του 1929 και 1935.


Ο Εμίλ Γιάνινγκς βρέθηκε υποψήφιος για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τόσο για την εν λόγω ταινία, όσο και για την ταινία Όταν η Σαρξ Υποκύπτει (The Way of All Flesh, 1927) στην πρώτη τελετή των βραβείων το 1929. Ο ηθοποιός κέρδισε το βραβείο, το οποίο η ακαδημία του έδωσε μερικές μέρες πριν την τελετή, καθώς εκείνος έπρεπε να αναχωρήσει για την Ευρώπη. Η ταινία προτάθηκε επίσης για Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου, ενώ ορισμένες πηγές υποστηρίζουν ότι υπήρξε υποψήφια και για Όσκαρ Καλύτερης Παραγωγής, χάνοντας από την ταινία του 1927 Τα Φτερά (Wings, 1927)


The Racket 1928


The Racket 1928
Η συμμορία


Σκηνοθεσία: Lewis Milestone
Σενάριο: Bartlett Cormack
Είδος: Crime, Drama, Film-Noir
Διάρκεια: 1h 24min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο
Παίζουν:
Thomas Meighan = Captain James McQuigg
Louis Wolheim = Nick Scarsi
Marie Prevost = Helen Hayes
G. Pat Collins = Patrolman Johnson
Henry Sedley = Spike
George E. Stone =             Joe Scarsi


Ένας έντιμος αστυνομικός ορκίζεται ότι θα συλλάβει έναν διαβόητο λαθρέμπορο αλκοόλ. Όμως, ο γκάγκστερ έχει την κάλυψη υψηλών αξιωματούχων της αστυνομίας και πολιτικών.


Πρωτοποριακή γκανγκστερική ταινία και πρόγονος των φιλμ-νουάρ. Ως θεατρικό είχε πετύχει να ανεβάσει 119 συνεχείς παραστάσεις στο Μπρόντγουεϊ και σε αυτό έπαιζαν πολλοί από τους σταρ της ταινίας.


Λόγω της παρουσίασης στην ταινία μιας διεφθαρμένης αστυνομικής δύναμης και γενικά μιας διεφθαρμένης πόλης, η συγκεκριμένη ταινία όσο είχε απαγορευτεί στο Σικάγο.
Η ταινία  Racket είχε προταθεί για το Όσκαρ Καλύτερης Εικόνας.