Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Metropolis 1927


Metropolis 1927
Μετρόπολις


σκηνοθεσία; Fritz Lang
Σενάριο: Thea von Harbou, Thea von Harbou
Είδος; Drama, Sci-Fi
Διάρκεια: 2h 33min
Παίζουν:
Alfred Abel = Johann Fredersen
Gustav Fröhlich = Freder Fredersen - Joh Fredersens Sohn
Rogge            Rudolf = Εφευρέτης
Fritz Rasp = Ο λεπτός άνδρας
Theodor Loos = Josaphat / Joseph
Erwin Biswanger = 11811 – Georgy


Στο μέλλον, η τρανή πόλη «Μητρόπολη» είναι το καμάρι του σύγχρονου κόσμου: παράδειγμα υψηλής τεχνολογίας, στολίδι της πιο μοντέρνας αρχιτεκτονικής, με εντυπωσιακά πανύψηλα κτήρια, εναέρια κυκλοφορία, πλούτο, διασκέδαση -ένας εξελιγμένος παράδεισος που απολαμβάνουν οι λίγοι, οι αστοί. Κυβερνήτης όλου αυτού είναι ο Τζο Φρέντερσεν, που διοικεί την πόλη από το τεράστιο γραφείο του στην κορυφή ενός ουρανοξύστη. Αυτή η πανέμορφη ουτοπία όμως δεν κινείται μόνη της. Είναι ένας καλο-λαδωμένος μηχανισμός, που λειτουργεί νύχτα-μέρα από τον εξαντλητικό κόπο και μόχθο των εργατών. Στα έγκατα της γης, κάτω από την πόλη με την έντονη ζωή, βρίσκονται στρατιές εργατών που ζουν και χειρίζονται τις μηχανές, ώστε όλα να λειτουργούν ρολόι στην επιφάνεια της γης. Κάθε μέρα, οι εργάτες εξουθενωμένοι από την σκληρή δουλειά επιστρέφουν στα ταπεινά σπίτια τους και στις οικογένειές τους, μόνο και μόνο για να ξεκινήσει η επόμενη βάρδια με άλλους εργάτες… Όμως, αυτή η κατάσταση, με τους αστούς να χαίρονται τη ζωή που τους προσφέρει ο μόχθος των εργατών, σύντομα θα αλλάξει, όταν ο γιος του Φρέντερσεν, ο Φρέντερ, που ζει μια ξένοιαστη ζωή γεμάτη γλέντια, γνωρίζει κατά τύχη την όμορφη Μαρία, κόρη ενός εργάτη. Ο Φρέντερ ερωτεύεται κεραυνοβόλα την αγνή Μαρία, την ακολουθεί στην πόλη των εργατών και συγκλονίζεται όταν ανακαλύπτει ότι η δική του ευτυχία στηρίζεται στον κόπο ενός ολόκληρου κόσμου, που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχει.


Όταν ο πατέρας του, όμως, βλέπει την επιρροή της Μαρίας στους εργάτες, αποφασίζει να δώσει ένα μάθημα στους εργάτες, για να μην τολμήσουν να σηκώσουν κεφάλι. Συναντά λοιπόν τον μισότρελο επιστήμονα Ρότβανγκ, και του δίνει εντολή να δώσει της μορφή της Μαρίας σε ένα ρομπότ που έχει φτιάξει. Το ρομπότ θα παρασύρει τους εργάτες σε απερίσκεπτες πράξεις, που θα πληρώσουν με το αίμα τους. Ο Ρότβαγκ αιχμαλωτίζει τη Μαρία και φτιάχνει το μοχθηρό ρομπότ, το οποίο αρχίζει το διαβολικό έργο του. Ο Φρέντερ στην αρχή δεν καταλαβαίνει την αλλαγή της αγαπημένης του Μαρίας… Θα παλέψει όμως για την αγάπη του και για την ανακάλυψη της αλήθειας. Και, μόλις οι συνέπειες των καταστρεπτικών πράξεων της ψεύτικης Μαρίας αρχίσουν να φαίνονται, η Μητρόπολη, πάνω και κάτω από τη γη, δεν θα είναι ποτέ η ίδια…
Η ταινία αποτελεί μια από τις πρώτες μεγάλου μήκους παράγωγες επιστημονικής φαντασίας. Το κόστος της ήταν τεράστιο, καθώς ο Lang χρησιμοποίησε περισσότερους από 20.000 κομπάρσους και γύρισε χιλιάδες μέτρα φιλμ.
Η σκηνη της μεταμορφωσης του ρομποτ σταθηκε η βαση για τις σκηνες στο εργαστηριο καθε αλλου κινηματογραφικου τρελλου επιστημονα.


Το 1923 γεννιέται η ασαφής και ακαθόριστη ακόμη επιθυμία στον Fritz Lang να δημιουργήσει μια ταινία σαν το Metropolis. Η ιδέα δεν παίρνει συγκεκριμένη μορφή παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα, το 1924, όταν ο Lang με τον παραγωγό Erich Pommer ταξιδεύουν στην Αμερική για να στηρίξουν και να προωθήσουν το γερμανικό αριστούργημα της μεγαλύτερης γερμανικής κινηματογραφικής εταιρίας, UFA, Niebelungen. Από το πλοίο ακόμη ο Lang γοητεύεται από την αμερικανική μεγαλούπολη, Νέα Υόρκη. Τα φώτα, οι δρόμοι, αλλά κυρίως οι επιβλητικοί ουρανοξύστες, έμβλημα της Αμερικής, τα εξαιρετικής αισθητικής κτίσματα, οι πρωτοποριακές μορφές δίνουν στον Lang την έμπνευση που χρειαζόταν. Για έναν ευρωπαίο δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα οι ουρανοξύστες που τότε μόνο στην Αμερική μπορούσε κανείς να δει (αν και στην προηγούμενη ταινία του Spiders 2 υπάρχουν ουρανοξύστες στην ταινία). Ο ίδιος εξομολογείται: «…κοίταξα τους δρόμους, τα αστραφτερά φώτα και τα ψηλά κτίρια – εκεί συνέλαβα το Metropolis». Η επαφή τους με τα χολιγουντιανά στούντιο θα ολοκλήρωνε την εικόνα τεχνολογικής και αισθητικής υπεροχής που απέπνεε η Αμερική. Ο Lang δεν μπορεί παρά να σκεφτεί: «έπρεπε το επόμενο έργο μου να ανταγωνίζεται σε μέγεθος και περιωπή την αμερικανική τεχνοτροπία». Πάντως σημειωτέον ότι η ταινία βασίζεται στη νουβέλα της Thea Von Harbou, την οποία ο Lang συμβουλευόταν κατά την παραγωγή.


Παρά τα όσα έχουν ακουστεί για την ταινία, είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι αυτή δεν είναι προσανατολισμένη στην προφητεία. Σκοπός του σκηνοθέτη δεν είναι να αποδώσει στο σελιλόιντ τον οραματισμό του για το μέλλον, αλλά περισσότερο να παραγάγει ένα εξπρεσιονιστικό μείγμα μοντέρνας τέχνης, φουτουρισμού, γοτθικής τεχνοτροπίας, μεσαιωνικών καταβολών ακόμη και θρησκευτικού αποκρυφισμού. Ως τέτοια δε πρέπει να ιδωθεί. Στο ξεκίνημα ξεκαθαρίζεται εξάλλου: «Η ταινία αυτή δεν είναι ούτε για το σήμερα ούτε για το μέλλον. Δεν μιλάει για ένα συγκεκριμένο μέρος. Δεν υπηρετεί καμία τάση, κόμμα ή τάξη. Έχει μια ιδέα που βασίζεται σε κάτι συγκεκριμένο. Ο μεσολαβητής ανάμεσα στον εγκέφαλο και τους μυς πρέπει να είναι η καρδιά».


Όταν βγήκε στις αίθουσες, οι συντελεστές δεν περίμεναν τίποτα λιγότερο από θρίαμβο. Ως η ακριβότερη παραγωγή στην Ευρώπη ήταν επιτακτικό για το κύρος του Lang και της UFA να κάνει εξαιρετική πορεία. Η πρεμιέρα πράγματι ήταν πέρα από τα αναμενόμενα καλή. Οι κριτικές που έλαβε όμως ήταν μικτές. Οι πολιτικές αναφορές που αναπόφευκτα συνάγονται από το Metropolis έφεραν τις πολιτικές παρατάξεις της χώρας σε αντικρουόμενες θέσεις. Χαρακτηρίστηκε από σοσιαλιστικό ως εφιαλτικό. Ο δε Orson Welles χαρακτήρισε την ταινία ανόητη. Στην Αμερική οι κριτικοί την υποδέχτηκαν θετικά με συγκρατημένα αλλά ενθαρρυντικά σχόλια. Με το πέρασμα του χρόνου η ταινία κέρδισε σε αξία και πλέον θεωρείται μια από τις δέκα κορυφαίες όλων των εποχών.


Ο Lang, γνωστός περφεξιονιστής, απαίτησε από την UFA κάθε ελευθερία. Και είχε τα μούτρα να το κάνει μετά την τεράστια επιτυχία του, Niebelungen. Από την άλλη ο αυστριακός σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να επιλέξει άλλη εταιρία παραγωγής, καθώς μόνο η UFA είχε την φήμη και τα μέσα που απαιτούνταν, ώστε το δημιούργημά του να ολοκληρωθεί μέχρι κεραίας έτσι όπως το ήθελε.
Τα γυρίσματα της ταινίας κράτησαν 17 μήνες, ενώ το συνολικό κόστος ανήλθε σε 5,3 εκ. μάρκα, σχεδόν τετραπλάσιο από το αρχικά προβλεπόμενο. Η ταινία σχεδόν ανάγκασε την UFA να πτωχεύσει. Το φουτουριστικό αριστούργημα απαιτούσε τους κορυφαίους επαγγελματίες σε κάθε χώρο και πολλές νέες τεχνικές. Η δε έκταση παραγωγής ήταν για την εποχή πραγματικά κολοσσιαία. Περίπου 37.400 άτομα απασχολήθηκαν συνολικά από την αρχή ως το τέλος, ενώ απ’ αυτούς οι 35.000 ήταν κομπάρσοι.
Τα γυρίσματα έγιναν στα στούντιο της UFA. Οι απαιτητικότερες σκηνές –όπως αυτή της εξέγερσης ή των πλημμύρων- γυρίστηκαν σε πραγματική έκταση στο Neubabelsberg. Για την κατασκευή της πόλης χρησιμοποιήθηκαν κυρίως μικρογραφίες και σκηνικά που αναπαριστούσαν τα σπουδαιότερα κτίρια της πόλης, αυτά που έχουν μείνει πλέον ως εμβλήματα. Ίσως το πιο χτυπητό δείγμα καινοτομικής τεχνολογίας που χρησιμοποιήθηκε ήταν από τον υπεύθυνο φωτογραφίας, Eugene Shufftan, ο οποίος μετήλθε ημιεπαργυρωμένα κάτοπτρα προκειμένου να συλλάβει ταυτόχρονα την ζωντανή δράση με το μινιατουρίστικο σκηνικό.


Η τελειομανία του Lang δεν θα άφηνε φυσικά τους ηθοποιούς απ’ έξω. Ο νεαρός τότε Froehlich θυμάται: «Στις σκηνές σωματικών βασάνων τυραννούσε τους ηθοποιούς μέχρι αυτοί πράγματι να υποφέρουν». Η δεκαεπτάχρονη τότε Helm ασφυκτιούσε μέσα στην ξύλινη-μεταλλική στολή του ρομπότ και αγανακτούσε: «σε βλέπω, ακόμη και αν δεν σε βλέπω» εννοώντας τον Lang. Πολλές φορές μπορεί να γυριζόταν η ίδια σκηνή μέχρι ο Lang να μείνει ευχαριστημένος. Ως γνήσιος εξπρεσιονιστής ο Lang επέμενε στο σενάριο σε σημείο εμμονής. «Έχω ετοιμάσει τη δουλειά μου στο γραφείο» λέει στη συνέντευξή του στο National Film Theater το 1962, «αρνούμαι να αλλάξω τίποτα από το σενάριο στην σκηνή» συμπληρώνει. Αυτό δημιουργούσε προβλήματα, αλλά ο Lang ήταν αμετάπειστος.


Αμέσως μετά την πρεμιέρα της η ταινία Μετρόπολις."περικόπηκε" σοβαρά και έγιναν αλλαγές. Από τότε και μετά, περισσότερο από το 1/4 της ταινίας θεωρούταν ότι έχει χαθεί.
Το 2008 όμως μια ουσιαστικά ολοκληρωμένη έκδοση της ταινίαςβρέθηκε στο Μπουένος Άιρες. Αυτό που είχε διατηρηθεί όμως ήταν ένα κακοδιατηρημένο αντίγραφο της ταινίας που είχε γυριστεί σε φιλμ των 16 και δεν είχε ολόκληρη την εικόνα αλλά ένα μέρος αυτής.
Ένα μεγάλο ποσοστό της επαναδημιουργίας του φιλμ ολοκληρώθηκε και μια πλήρης έκδοση της ταινίας δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Αργεντίνικου υλικού. Οι ισπανικές λεζάντες μεταφράστηκαν στα γερμανικά, με τη βοήθεια των "censor-cards" για να απεικονιστούν στη σωστή θέση στο βίντεο, οι ελλιπείς εικόνες στο φιλμ των 16 mm,
το χαμένο μέρος της εικόνας συμπληρώθηκε με μαύρο χρώμα. Οι λεζάντες εμφανίζονται
με την αρχική τους επεξεργασία. Οι λεζάντες που έχουν διαφορετική μορφή (όπως εδώ)
έχουν μπει ώστε να δίνουν μια περίληψη των σκήνων που ακόμα λείπουν.
Τόσο όσο χρειάζεται για να βοηθήσουν στη σωστή κατανόηση της ιστορίας. Μικρότερα κενά αντιπροσωπεύονται από μικρά διαστήματα μαύρης εικόνας.
Αυτή η ταινία παρήχθει από την Ufa και η διανομή της έγινε από την Parufamet.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Tabu: A Story Of The South Seas 1931


Tabu: A Story Of The South Seas 1931
ΤΑΜΠΟΥ


Σκηνοθεσία: F.W. Murnau
Σενάριο: F.W. Murnau, Robert J. Flaherty
Είδος: Drama, Romance, Adventure
Διάρκεια: 1h 26min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο
Παίζουν:
Matahi = Το αγόρι
Anne Chevalier = Το κορίτσι
Bill Bambridge = Ο αστυνομικός
Hitu = Ο γέρο πολεμιστής


Ένα αγόρι και ένα κορίτσι ερωτεύονται σε παρθένο νησί του Νότιου Ειρηνικού, αλλά για να τηρηθεί η παράδοση, εκείνη θα πρέπει να ντυθεί νύφη σε γάμο, με έναν ηλικιωμένο γέροντα. Παπούτσι από τον τόπο σου κι αμόλυντο προστάζουν οι θεοί. Οι δυο νέοι, τελευταία στιγμή θα το σκάσουν με κανό και θα βρουν καταφύγιο σε άλλη, πιο πολιτισμένη νήσο για να ζήσουν ευτυχισμένοι. Γαλλική αποικία, με γλεντζέδες κινέζους εμπόρους. Αλλά η κατάρα του ζεύγους, που τους θέλει χωριστά, τους ακολουθεί κι εκεί. Εκείνος, μαζεύει μαργαριτάρια από το βυθό για να πλουτίζουν οι ντόπιοι και εκείνη, καταδιώκεται από το φάντασμα του ξαναμμένου πορνόγερου.


Το πρώτο μέρος της ταινίας λέγεται Παράδεισος. Όπου παράδεισος, φαντάσου τα νησιά Μπόρα Μπόρα, ανόθευτα από καθετί κακό. Σε αυτό λοιπόν το κεφάλαιο, θριαμβεύει το ρομαντικό στοιχείο και το αγνό ερωτικό ένστικτο. Οι ερμηνείες των ιθαγενών της Πολυνησίας δείχνουν ανάγλυφα πειστικές, σε σημείο που νομίζεις, ότι παρακολουθείς ντοκιμαντέρ. Δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά γνήσιοι κάτοικοι. Εντυπωσιακή η σκηνή των νησιωτών, που σκαρφαλώνουν σαν αγρίμια στο καράβι και η βραβευμένη με όσκαρ φωτογραφία του Φλόϊντ Κρόσμπι, μαγεύει σε κάθε πλάνο.


Το δεύτερο μέρος φέρει το όνομα Χαμένος Παράδεισος και είναι ιδιαιτέρως σκοτεινό. Ήρθε η ώρα, ο φόβος και η ανησυχία να πάρουν μορφή. Είτε αφορά την εμφάνιση ενός απειλητικού καρχαρία στο ψαροχώρι, είτε την επιστροφή του ηλικιωμένου για να διεκδικήσει αυτό που έχασε και να σπείρει την καταστροφή, δηλώνεται με κάθε τρόπο η αλλαγή του κλίματος. Το ερωτευμενάκι συννεφιάζει και ο θεατής αισθάνεται, πως κάτι κακό προμηνύεται στον ορίζοντα.


Το ταλέντο του γερμανού σκηνοθέτη Μουρνάου, δεν είναι μόνο στο εξαιρετικό τεχνικό στήσιμο, του θεαματικού αυτού φιλμ. Είναι στην ισορροπία που διατηρεί μέχρι τέλους, μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Μαζί με τον αμερικανό ντοκιμαντερίστα Ρόμπερτ Φλάχερτι – που δούλεψε μαζί του στο σενάριο –  χρησιμοποιούν μια ευφάνταστη για την εποχή αφηγηματική τεχνική, μεταθέτοντας ένα κοινό μελόδραμα, σε θρίλερ αγωνίας με οικονομικοκοινωνικό σχόλιο. Απλοποιημένο βέβαια, αλλά τί άλλο να απαιτήσει κανείς σήμερα , από ένα βωβό κομψοτέχνημα 80 και πλέον χρόνων; Το φιλμ γυρίστηκε το ‘29, αλλά βγήκε στις αίθουσες από την Paramount – που δεν το πολυπίστευε – δυο χρόνια αργότερα, όταν ήδη το σινεμά, είχε περάσει στην ομιλούσα εποχή του. Παρόλα αυτά, μιλάει δυνατά με δράση, τόλμη και συγκίνηση. Αρκεί το θλιβερό φινάλε, με τον πρωταγωνιστή Ματάχι να παλεύει με τα κύματα, θέλοντας να φτάσει την αγαπημένη του. Την πανέμορφη Άννα Σεβαλιέρ, στο ρόλο της Ρέρι. Αρκεί και μόνο αυτή η σεκάνς, για να καταλάβετε το λόγο, που το Ταμπού περνά στην αθανασία της 7ης τέχνης.


Ο Μουρνάου, φτιαγμένος από την ύλη των σπουδαίων κινηματογραφιστών, δεν έζησε για να το δει να προβάλλεται στις αίθουσες. 42 ετών, σκοτώθηκε σε τροχαίο, μία μόλις εβδομάδα, πριν από την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του στη Νέα Υόρκη. Ακόμη και αυτή η τραγωδία, σε συνάρτηση με την προβληματική του κύκνειου άσματος του, δείχνει τυπικά ποιητική. Έως θανάτου ερωτευμένος..


Η τελευταία ταινία του μεγάλου γερμανού σκηνοθέτη Murnau ήταν η Tabu. Γυρισμένη το 1931, με τον ήχο να έχει καθιερωθεί, ο Murnau επέλεξε τον... βουβό τρόπο για να διηγηθεί την ιστορία δύο ιθαγενών εραστών στα νησιά της Πολυνησίας και τις δυσκολίες που συναντούν από την τοπική πουριτανική κοινωνία και τα προβλήματα που έχουν με τα ήθη και έθιμα του λαού τους. Εδώ όμως και σε αντίθεση με την Αυγή, η ιστορία μας δεν θα έχει το -ίσως και αναμενόμενο- χάπι-εντ. Ίσως και γι`αυτό μας εντυπωσίασε η ταινία, πέρα δηλαδή και από τις εικόνες του Murnau που προσπάθησε (εντυπωσιακά θα λέγαμε) να αποτυπώσει σαν ντοκιμαντέρ τα ήθη και έθιμα των πολυνήσιων λαών, που προσπαθούσαν να ζήσουν και να τα βγάλουν πέρα με τους άγγλους κατακτητές στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο Murnau πέθανε λίγο καιρό πριν προβληθεί η ταινία στις αίθουσες. Τι κρίμα που πέθανε τόσο νωρίς, γιατί είναι σίγουρο ότι είχε πολλά ακόμη να προσφέρει στον κινηματογράφο αυτός ο άνθρωπος.
Η ταινία στο youtube



Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Sunrise: A Song Of Two Humans 1927


Sunrise: A Song Of Two Humans 1927
Η Αυγή


Σκηνοθεσία: F.W. Murnau
Σενάριο: Carl Mayer, Hermann Sudermann
Είδος: Drama, Romance
Διάρκεια: 1h 34min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο
Παίζουν:
George O'Brien = Ο άνδρας
Janet Gaynor = Η γυναίκα
Margaret Livingston = Η γυναίκα της πόλης
Bodil Rosing = Η υπηρέτρια
J. Farrell MacDonald = Ο φωτογράφος
Ralph Sipperly = Ο κουρέας



Πρόκειται για την έτερη ταινία (η πρώτη ήταν το Wings) που κέρδισε oscar στην πρώτη απονομή της ιστορίας. Το "Sunrise: A Song of Two Humans" αποτελεί ένα αριστουργηματικό κινηματογραφικό επίτευγμα, που στο αισθητικό του κομμάτι απολαμβάνει τη μοναχικότητα μιας κορυφής, που μοιάζει απάτητη ακόμα και 80 χρόνια μετά τη δημιουργία του.


Η υπόθεση είναι απλούστατη. Παντρεμένος άντρας έλκεται από φανταχτερή πρωτευουσιάνα. Η femme fatale, ο προσωποποιημένος πόθος του, τον παρακινούν στο να διαπράξει φονικό έγκλημα έναντι της συζύγου. Λίγο πριν υπερβεί τη λεπτή διαχωριστική γραμμή, η συνείδηση έρχεται σε άμεση αντιδιαστολή με την παρόρμηση. Τα ιερά δεσμά του γάμου λάμπουν και υπόσχονται έναν ευτυχή οικογενειακό βίο, όμως η πρωτευουσιάνα μετατρέπεται από ποθητό αντικείμενο σε μια εμετικά αποκρουστική φιγούρα.


Η υπόθεση είναι απλούστατη, και ίσως αυτή είναι η αιτία που υποβοηθάει τον F.W. Murnau να επιμεληθεί με αξιοπρόσεχτο μεράκι τη φόρμα του. Άλλωστε ο Murnau μαζί με τον Fritz Lang είναι από τους ελάχιστους κινηματογραφιστές που τίμησαν τον εγχώριο (Γερμανικό) εξπρεσιονισμό εκείνης της περιόδου. Το κάδρο γίνεται ένας ομιχλώδες καμβάς ερέβους. Ο οποίος συμπληρώνεται με παροξυστικές σκιές. Τα σκηνικά είναι παραμορφωμένα, και οι ερμηνευτές επιτυγχάνουν μια υπέρμορφη εκφραστικότητα. Ενώ η μουσική διαρκώς συμπληρώνει τον κινηματογραφικό χρόνο. Ενίοτε με απειλητική και ενίοτε με γαλήνια διάθεση. Όλα αυτά τα στοιχεία, που έχουν υφανθεί αποκλειστικά στο studio, μας παραπέμπουν ίσως σε μια σουρεαλιστική-υπερπραγματική σημειολογία. Όμως αυτό είναι λάθος! Ο F.W. Murnau ισορροπώντας ακροβατικά στον ρεαλισμό και στον υπερρεαλισμό καταφέρνει να περιγράψει λεπτομερέστατα την εποχή του - τι επίτευγμα! Και αν ορισμένες φορές υπερβαίνει την πραγματικότητα, το πράττει όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να την κοιτάξει καθαρότερα από μια ανώτερη σκοπιά.


Το "Sunrise: A Song of Two Humans" είναι πλούσιο σε συμβολισμούς, εκτεινόμενο από την χριστιανική ιερότητα ως την μεγαλοαστική ιεροσυλία. Το μοτίβο των αντιθέσεων διαποτίζει τη ραχοκοκαλιά του φιλμ, προσδίδοντας ένταση στις θεματικές περιγραφές. Ο Murnau περιγράφει με στόμφο και σαρκασμό την επερχόμενη περίοδο της αστυφιλίας, η οποία οδήγησε σταδιακά και στην συνοικιακή ερήμωση. Και πιότερο όλων εξυμνεί την οικογένεια. Μέσα από σκηνές ανεπιτήδευτου μελοδράματος, ανεξέλεγκτης χιουμοριστικής ελεγείας, αλλά και απειλητικής σκοτεινιάς. Σε αυτές τις τελευταίες σκηνές θέλω να αναφερθώ κάπως εκτενέστερα.


Η κινηματογραφική θεωρία εισήγαγε τον όρο φιλμ νουάρ περίπου τη δεκαετία του 40. Ο όρος αναφερόταν σε ταινίες συγκεκριμένου ύφους, οι οποίες άκμασαν ως περίπου τα μέσα του 50. Η διάδοση και η επανάσταση που έφερε το χρώμα στον κινηματογράφο εκτόπισε-έσβησε το είδος του ομιχλώδες-σκοτεινού-σκιερού φιλμ νουάρ. Ωστόσο, ταινίες με παρόμοια σημειολογία που δημιουργήθηκαν στην πορεία του χρόνου χαρακτηρίστηκαν ως νεο-νουάρ. Σηματοδοτώντας μια μετά-νουάρ εποχή. Ωστόσο νομίζω πως θα ήταν σκόπιμο να ρίξουμε μια ματιά και στην προ-νουάρ εποχή. Το φιλμ νουάρ θεμελιώθηκε στις αρχές του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου. Χρησιμοποιώντας, σχεδόν απαρέγκλιτα, την παλέτα του εξπρεσιονισμού. Τόσο στο γεμάτο σκιές background, τα γεωμετρικά παραμορφωμένα σκηνικά, αλλά και τη γενικότερη αισθητική του ερέβους. Άλλη μια αρχή στην οποία θεμελιώθηκε το φιλμ νουάρ ήταν το βάθος πεδίου. Το βάθος πεδίου που ήταν ανέφικτο να επιτευχθεί από τις πρώτες κινηματογραφικές μηχανές. Όμως το "Sunrise: A Song of Two Humans", παρ`ότι πολύ πρώιμο, αποτελεί μια εξαίρεση. Ο F.W. Murnau -σε αντίθεση με τους δημιουργούς της εποχής του- δείχνει να αναγνωρίζει την ακρογωνιαία σημαντικότητα του χώρου, του βάθους πεδίου. Και παρά τις τεχνικές αντιξοότητες, όλη η δραματουργία εξελίσσεται σε απύθμενα κάδρα. Ενώ επιπροσθέτως ερχόμαστε και με μια πρωτόλεια μορφή μονοπλάνου, η οποία επίσης τονίζει τη σημαντικότητα του χώρου. Η μοναδική γεωμετρικότητα των σχημάτων δίνει μια εσωτερική ατμόσφαιρα στο film. Και όλα αυτά, σε συνδυασμό με την femme fatale σημειολογία της δέσης και της λύσης του μύθου, μας παραπέμπουν ευθέως στο κινηματογραφικό είδος του νουάρ. Συνεπώς, δε θα ήταν εντελώς άστοχο, ψηλαφίζοντας την ερεβώδη ατμόσφαιρα του "Sunrise: A Song of Two Humans", να του αποδώσουμε το χρίσμα ενός νουάρ πρόδρομου.


Κλείνοντας, το "Sunrise: A Song of Two Humans" είναι μια από εκείνες τις μαγευτικές ταινίες του κινηματογράφου. Όπου η θέαση της ισοδυναμεί με άσβηστη εμπειρία. Μάθημα κινηματογραφικής ιστορίας, αλλά και πρωταγωνιστικός σταθμός στην εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης. Και όλα αυτά από έναν δημιουργό που θα μπορούσε να γραφεί με χρυσά γράμματα, όχι μόνο στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου. Έναν δημιουργό που χάθηκε τόσο νωρίς.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

DER LETZTE MANN 1924


DER LETZTE MANN 1924
Ο τελευταίος των ανθρώπων


Σκηνοθεσία: F.W. Murnau
Σενάριο: Carl Mayer
Είδος: Drama
Διάρκεια: h 17min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο
Παίζουν:
Emil Jannings = Θυρορός ξενοδοχείου
Maly Delschaft = Η ανιψιά του
Max Hiller =            Ο γαμπρός της
Emilie Kurz = Θεία του γαμπρού
Hans Unterkircher = Μάνατζερ του ξενοδοχείου


Μία από τις καλύτερες ταινίες του βωβού κινηματογράφου αποτελεί η ταινία Der Letzte Mann παραγωγής 1924 του Friedrich Wilhelm Murnau, του δημιουργού του πιο γνωστού σας Νοσφεράτου. Βρισκόμαστε στη μεταπολεμική Γερμανία και παρακολουθούμε την ιστορία ενός ηλικιωμένου θυρωρού πολυτελούς ξενοδοχείου, ο οποίος καμαρώνει ιδιαίτερα για τη δουλειά του. Όταν όμως υποβιβαστεί λόγω ηλικίας και πιάσει δουλειά στο υπόγειο του ξενοδοχείου, στις τουαλέτες, τότε θα τον κυριεύσει η απόγνωση.


Στον ύστατο ξεπεσμό, όταν θα έχει σκεφτεί ακόμα και την αυτοκτονία, τα πράγματα θα αλλάξουν από μια αναπάντεχη κληρονομιά και το χάπι-εντ θα λυτρώσει τον ήρωά μας (και τους θεατές). Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον Emil Jannings, τον μεγαλύτερο ίσως Γερμανό ηθοποιό της εποχής εκείνης. Ο Murnau, αποφεύγοντας τη χρήση των μεσότιτλων, προσπάθησε (επιτυχημένα θα λέγαμε) να δημιουργήσει μια ταινία που αφηγείται την ιστορία της μέσα από τις εικόνες, με τη δύναμη της κάμερας και μόνο.


Ο Friedrich Wilhelm Murnau αναμιγνύει τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία με τον αντικειμενικό ρεαλισμό, επηρεασμένος από το σεναριογράφο Carl Mayer και τη λεγόμενη σχολή "Kammerspiel". Μια σχολή που επικεντρωνόταν στην καθημερινή ζωή και ψυχολογία των μικρών ανθρώπων, αποτυπώνοντας τον κυνισμό και την απογοήτευση της Γερμανίας του μεσοπολέμου, του πληθωρισμού και των μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων.
Ζήσης Μπαρτζώκας



Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Strike 1925


Strike 1925
Η Απεργία


Σκηνοθεσία: Sergei M. Eisenstein
Σενάριο: : Grigoriy Aleksandrov, Sergei M. Eisenstein
Είδος: Drama
Διάρκεια: 1 h 22 min
Παίζουν:
Maksim Shtraukh = Κατάσκοπος της αστυνομίας
Grigoriy Aleksand = Εργοδηγός του εργοστασίου
Mikhail Gomorov = Εργάτης
I. Ivanov =  Αρχηγός της Αστυνομίας
Ivan Klyukvin = Επαναστάτης
Aleksandr Antonov = Μέλος της απεργιακής επιτροπής



Είχε ήδη προλάβει να μετακομίσει στην Μόσχα οπού δούλευε ως θεατρικός σκηνοθέτης στην Proletkult ενώ παράλληλα ξεκινούσε να γράφει αναλύσεις πάνω στο μοντάζ και στην θεωρία του κινηματογράφου. Εκείνη την περίοδο του ανατέθηκε ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα, μία σειρά οχτώ ταινιών που είχαν ένα γενικό τίτλο Προς τη Δικτατορία (του Προλεταριάτου). Η πρώτη ταινία αυτής της σειράς ήταν η ?????? (Strike / Stachka / Απεργία) του 1925. Τα επόμενα κεφάλαια που ακολούθησαν ήταν τα Bronenosets Potyomkin (Θωρηκτό Ποτέμκιν) του 1925 και Oktyabr (Οκτώβρης) του 1928, οι υπόλοιπες ταινίες της σειράς δεν γυρίστηκαν τελικά. Παρά την θετική αρχική ανταπόκριση που είχε δεχτεί η Απεργία, η ταινία ξεχάστηκε γρήγορα και χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 30 χρόνια για να προβληθεί ξανά.


Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα στην προεπαναστατική Τσαρική Ρωσία. Σε ένα εργοστάσιο υπάρχει έντονη ανησυχία καθώς οι εργάτες νιώθουν πως οι συνθήκες εργασίας είναι αντίξοες, τα χρήματα είναι λίγα και σκέφτονται τρόπους για να αντιδράσουν. Η διοίκηση του εργοστασίου στέλνει χαφιέδες να παρεισφρήσουν στις ομάδες των εργατών ώστε να ενημερώνεται για τις κινήσεις τους αλλά και για να τους προβοκάρουν. Ενώ το κλίμα είναι ήδη τεταμένο ένας εργάτης κατηγορείται πως έκλεψε ένα εργαλείο και θα πρέπει να το πληρώσει από το μισθό του. Καθώς αυτό το κόστος είναι απαγορευτικό για τον ίδιο, αυτοκτονεί. Το περιστατικό αυτό θα είναι και η αιτία που όλοι οι συνάδελφοί του θα ξεσηκωθούν και θα προχωρήσουν σε γενική απεργία. Ο μόνος τρόπος για να κατασταλεί αυτή η μαζική αντίδραση είναι η επέμβαση των Κοζάκων στρατιωτών.


Η Απεργία του Eisenstein αποτελεί ένα πρώτο μοναδικό δείγμα καθαρόαιμης κομμουνιστικής προπαγάνδας. Η εξιδανίκευση της εργατικής τάξης, η ιδέα της συλλογικότητας, η απαίτηση των εργασιακών αιτημάτων και η αδιαλλαξία μίας αστικής κυβέρνησης και του κεφαλαίου είναι οι κεντρικές ιδέες που διέπουν την ταινία. Είναι τόσο κοντά στο πολιτικό μανιφέστο της εποχής και θα μπορούσε να είναι μία μεγαλειώδης προώθηση όλων όσων πρέσβευε η Σοβιετική Ένωση των πρώτων χρόνων. Σαφώς ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην λαϊκή αφύπνιση που αναπόφευκτα έφερε η πρόσφατη Οκτωβριανή Επανάσταε4


Πριν γίνει αναφορά στην τεχνική του Eisenstein, αυτό που έδωσε έμφαση στον ρεαλισμό, εκτός των γεγονότων ήταν και οι ήρωες. Στην ουσία στην Απεργία αλλά και στις επόμενες δύο ταινίες του οι ήρωες είναι απόντες με την κλασσική έννοια του όρου. Επιχειρείται ένας διαφορετικός τρόπος ανάγνωσης του ήρωα και ξεφεύγοντας από τα δυτικά καθιερωμένα ως τότε πρότυπα, η κάμερα απομακρύνεται από τον ουσιαστικά άγνωστο για τον θεατή πρωταγωνιστή και γυρίζει και εστιάζεται στον ίδιο. Μέσα από μία θεατρική ανώνυμη κολεκτίβα, μιας και δεν αναφέρονται ονόματα ηθοποιών απλά γενικά ο θίασος του Proletkult, ο θεατής – λαός βρίσκει τον εαυτό του να πρωταγωνιστεί. Σε μια αίσθηση γενικότερης κομμουνιστικής συλλογικότητας οι ηθοποιοί λειτουργούν απλά ως μέσα έκφρασης και δεν είναι πλέον το επίκεντρο της προσοχής. Αυτό προκαλεί τον θεατή να ταυτιστεί μαζί τους, νιώθει μέλος της εργατικής ομάδας, διαμαρτύρεται όπως εκείνοι, συμφωνεί με τα δίκαια αιτήματά τους, στην ουσία είναι σύντροφός τους. Έτσι ο Eisenstein μένοντας πιστός στις ιδέες της εποχής και απορρίπτοντας την ως τότε κινηματογραφική γλώσσα τοποθετεί το ατομικό συμφέρον ως απόρροια μιας ομαδικής προσπάθειας. Έτσι όντας κοντά στην δικιά του και την κομματική πραγματικότητα προβάλει το συλλογικό με τέτοιο τρόπο που γίνεται προσωπικό βίωμα του καθενός στον βαθμό πάντα που μπορεί να τον επηρεάσει.


Όπως είναι φυσικό ο Eisenstein μετέφερε την θεατρική του εμπειρία στον κινηματογράφο και ίσως βέβαια στο ντεμπούτο του να είναι πιο εμφανής και απροκάλυπτη. Η ταινία είναι χωρισμένη σε έξι κεφάλαια – πράξεις ακολουθώντας μία αυστηρή ακρίβεια. Στα τρία πρώτα κεφάλαια παρατηρεί την ηρεμία του εργοστασίου μέχρι και το ξέσπασμα της απεργίας και το κλείσιμο του εργοστασίου. Στα επόμενα παρατηρούνται τα επακόλουθα της απεργίας και την τελική παρέμβαση της αστυνομίας και του στρατού. Ο σκηνοθέτης πίστευε ακόμα και την εποχή του θεάτρου στο μοντάζ των θεαμάτων, δηλαδή διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες μπλεγμένες η μία μέσα στην άλλη που δημιουργούν τελικά διαφορετικά και έντονα συναισθήματα στο κοινό. Μετέφερε αυτή την τεχνική και στον κινηματογράφο, έτσι τα πλάνα του χαρακτηρίζονται από δυναμισμό και έχουν γρήγορο ρυθμό. Τα απότομα κοψίματα του επιτρέπουν να εμπλέκει θεωρητικά αταίριαστες εικόνες δημιουργώντας μία άναρχη αλληλουχία που έχει βέβαια ειρμό και βοηθά ιδιαίτερα τόσο στους ιδεολογικούς συμβολισμούς που απεικονίζει όσο και στην έντονη συναισθηματική και ψυχολογική φόρτιση του κοινού. Ίσως σε ορισμένες σκηνές τα πλάνα να είναι περισσότερο στυλιζαρισμένα από όσο θα έπρεπε αλλά με την βοήθεια της ωμής πραγματικότητας αυτό το αίσθημα κατευνάζεται. Ακόμα όμως και από την πρώτη του ταινία είναι ξεκάθαρος ο ρόλος του Eisenstein, θέλει να εντυπωσιάσει, θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο του έργου του και να χειραγωγήσει το κοινό του.


Χωρίς αμφιβολία το Θωρηκτό Ποτέμκιν ήταν η ταινία που καθιέρωσε τον Eisenstein παγκοσμίως αυτό όμως δεν αφαιρεί κάτι από το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε η Απεργία στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ως σκηνοθέτη. Ο ίδιος βέβαια σε μία έκθεσή του μία δεκαετία μετά την αποκήρυξε γράφοντας πως η ταινία παρέδερνε σε σκουπίδια χυδαίας θεατρικότητας. Άσχετα από την γνώμη του ίδιου του Eisenstein, η Απεργία περιέκλειε όλη την κομμουνιστική ιδεολογία και η ύπαρξή της ήταν προαποφασισμένη όταν λίγα χρόνια νωρίτερα ο Lenin δήλωνε: “Από όλες τις τέχνες, για εμάς ο κινηματογράφος είναι η πιο σημαντική.”




Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Battleship Potemkin 1925




Battleship Potemkin 1925
Το Θωρηκτό Ποτέμκιν



Σκηνοθεσία: Sergei M. Eisenstein
Σενάριο: Nina Agadzhanova
Είδος: Drama, History, Thriller
Διάρκεια: 1h 15min
Παίζουν:
Aleksandr Antonov = Grigory Vakulinchuk
Vladimir Barskiy =            Commander Golikov
Grigoriy Aleksandrov = Chief Officer Giliarovsky
Ivan Bobrov Ivan Bobrov = Young Sailor Flogged While Sleeping
Mikhail Gomorov = Militant Sailor
Aleksandr Levshin= Petty Officer


Η ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν (1898 – 1948), σοβιετικής παραγωγής 1925 θεωρείται δίκαια η πληρέστερη ταινία του βωβού κινηματογράφου και ένα από τα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης.
Η ταινία υπήρξε παραγγελία της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης προς τον σκηνοθέτη, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα εικοσάχρονα της αποτυχημένης εξέγερσης του 1905 στην τσαρική Ρωσία, που αποτέλεσε προάγγελο της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Ο Αϊζενστάιν επικεντρώθηκε σε ένα πραγματικό γεγονός, την εξέγερση στο θωρηκτό Ποτέμκιν (Ποτιόμκιν ακριβέστερα), οι ναύτες του οποίου στασίασαν κατά των αξιωματικών τους και το οδήγησαν στην Οδησσό.


Η ταινία διάρκειας 65 λεπτών αποτελείται από πέντε επεισόδια: «Άνδρες και Σκουλήκια» (οι ναύτες διαμαρτύρονται για το χαλασμένο φαγητό), «Δράμα στο Λιμάνι» (οι ναύτες επαναστατούν), «Ένας νεκρός καλεί για Δικαιοσύνη» (ο λαός της Οδησσού κλαίει το νεκρό αρχηγό), «Τα σκαλιά της Οδησσού» (Οι στρατιώτες του Τσάρου αιματοκυλούν την Οδησσό), και «Συνάντηση με τη ναυτική μοίρα» (οι τσαρικές δυνάμεις ενώνονται με τους στασιαστές του Ποτέμκιν). Ο Αϊζενστάιν χρησιμοποίησε ερασιτέχνες ηθοποιούς για να αποδώσουν καλύτερα τους χαρακτήρες της ταινίας.


Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» είναι ένα κλασσικό δείγμα προπαγανδιστικού κινηματογράφου, υψηλής όμως αισθητικής, με τον κακό τσάρο και τους καλούς επαναστάτες. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους θαυμαστές της ταινίας υπήρξε ο διαβόητος Γιόζεφ Γκέμπελς. «Είναι ένα καταπληκτικό φιλμ, χωρίς όμοιό του στην ιστορία του κινηματογράφου. Ένας άνθρωπος χωρίς σταθερό πολιτικό υπόβαθρο, εύκολα θα μπορούσε να γίνει Μπολσεβίκος» είχε δηλώσει ο Υπουργός Προπαγάνδας τουΧίτλερ.Χαρακτηριστική είναι η μουσική από την 11η συμφωνία του Σοστακόβιτς, που στηρίζεται στο παγκόσμια γνωστό επαναστατικό Ρωσικό τραγούδι "Επέσατε θύματα αδέλφια Εσείς σε άνιση μάχη κι αγώνα!" Δείτε το απόσπασμα:


Σε διαφορετικό μήκος κύματος ο γάλλος θεωρητικός του κινηματογράφου Ζαν Μιτρί: «Έργο προπαγάνδας ναι, αλλά με το ευγενέστερο νόημα, που μπορεί να έχει αυτή η λέξη. Όπως όλα τα μεγάλα έργα τέχνης του παρελθόντος, που εκφράζουν μια στιγμή της παγκόσμιας συνείδησης, το “Θωρηκτό Ποτέμκιν” παρουσιάζει την εξόρμηση ενός λαού, που είναι συσπειρωμένος γύρω από την ίδια ιδέα, το ίδιο εθνικό αίσθημα. Ακριβώς όπως υπήρξαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια για τους Έλληνες ή τα ηρωικά μεσαιωνικά έπη για τον Δυτικό Πολιτισμό».
Η κορυφαία στιγμή του έργου θεωρείται το τέταρτο επεισόδιο με το μακελειό στα σκαλιά της Οδησσού, που θεωρείται η καλύτερη σκηνή στην ιστορία του κινηματογράφου. Έχει ως θέμα τη βία που άσκησαν οι άνδρες της Λευκής Φρουράς του Τσάρου εναντίον του λαού. Το διασκορπισμένο και πανικόβλητο πλήθος που κατεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά κι αμέσως μετά οι Λευκοφρουροί, που σχεδόν μηχανικά με στρατιωτικό βηματισμό, κατεβαίνουν πυροβολώντας, παρουσιάζονται από τον Αϊζενστάιν με εναλλαγές πλάνων, που συγκρούονται και αντιπαρατίθενται με μια ρυθμική θαυμαστής ακρίβειας και αποτελεσματικότητας.


Αυτή η σκηνή είναι το καλύτερο παράδειγμα της θεωρίας του Αϊζενστάιν περί μοντάζ. Είναι το λεγόμενο «μοντάζ – ατραξιόν» ή «ιδεολογικό μοντάζ», η άμεση διαδοχή δύο κινηματογραφικών πλάνων, που πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλεί σοκ στον θεατή. Αυτό το σοκ είναι που θα φωτίσει και θα αποκαλύψει μια ιδέα, ένα συγκεκριμένο σύμβολο. Πολλοί κατοπινοί σκηνοθέτες έχουν αποτίσει φόρο τιμής στη συγκεκριμένη σκηνή, όπως ο Μπράιαν Ντε Πάλμα («Οι Αδιάφθοροι»), Φράνσις Φορντ Κόπολα («Ο Νονός»), Τζορτζ Λούκας («Πόλεμος των Άστρων: Η εκδίκηση των Σιθ»), ενώ κάποιοι άλλοι βρήκαν την ευκαιρία να τη διακωμωδήσουν, όπως ο Γούντι Άλεν («Μπανάνες», «Ο Ειρηνοποιός»), Τζέρι Τζάκερ («Τρελές Σφαίρες 33 1/3») και Τέρι Γκίλιαμ («Μπραζίλ»).


Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» έκανε πρεμιέρα στη Μόσχα στις21 Δεκεμβρίου1925, χωρίς να σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία, γεγονός που στενοχώρησε τον Αϊζενστάιν. Τη δόξα και τη φήμη η ταινία την κέρδισε όταν προβλήθηκε στη Δύση. Στη χώρα μας πρωτοπροβλήθηκε αρκετά καθυστερημένα, στις21 Ιανουαρίου1952.