Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Der Golem, Wie Er in Die Welt Kam 1920


Der Golem, Wie Er in Die Welt Kam 1920
Το Γκόλεμ


Σκηνοθεσία: Carl Boese, Paul Wegener
Συγγραφείς: Henrik Galeen, Paul Wegener
Παίζουν: Wegener, Albert Steinrück, Ernst Deutsch, και άλλοι
Είδος: Fantasy, Horror
Διάρκεια: 1h 16min
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Το Γκόλεμ, (γερμ. τίτλος: Der Golem, wie er in die Welt kam, Το Γκόλεμ, πώς ήλθε στη γη ) είναι γερμανικό κινηματογραφικό έργο του εξπρεσιονισμού του 1920 σε σκηνοθεσία του Πάουλ Βέγκενερ και του Καρλ Μπέζε. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά έργα στις κατηγορίες βουβού κινηματογράφου, ταινίες φρίκης, εξπρεσιονισμού καθώς και του γερμανικού κινηματογράφου.


Το Γκόλεμ βασίζεται στον μύθο περί του Ραβίνου Ιούδα Λεβ που έζησε στην Πράγα. Τα επιβλητικά σκηνικά του Χανς Πέλτζιγκ και του Κουρτ Ρίχτερ σε στυλ του εξπρεσιονισμού μεταφέρουν τον θεατή σε μια εποχή του ρομαντισμού. Η ταινία ήταν μια από τις εμπορικότερες παραγωγές του γερμανικού κινηματογράφου, αφού οι αίθουσες ήταν γεμάτες για μήνες, και προβλήθηκε ακόμα και στην Αμερική και στην Κίνα.


Ακολουθούν λεπτομέρειες της υπόθεσης ή του τέλους.
Όταν ο Ραβί Λεβ μελετάει τους αστερισμούς, προαισθάνεται ότι κάποιος σοβαρός κίνδυνος εγκυμονεί απειλώντας το εβραϊκό γκέτο της Πράγας. Αποφασίζει να ζωντανέψει το Γκόλεμ, μια μυθική άβουλη αλλά παντοδύναμη μορφή, που κατά τον μύθο ήταν φτιαγμένη από πηλό. Και πράγματι, ο αγγελιοφόρος Φλόριαν φέρνει τα μαντάτα: ο Αυτοκράτορας έχει εξαγγείλει μέτρα εναντίον των Εβραίων.


Ο Ραβί Λεβ είναι κατατρομαγμένος και αναζητά τον αυτοκράτορα για να του ζητήσει χάρη. Ο αυτοκράτορας τον δέχεται στο παλάτι κατά την διάρκεια μιας εορταστικής τελετής, όταν ξαφνικά γίνεται σεισμός και το παλάτι ταρακουνιέται και είναι έτοιμο να γκρεμιστεί. Ο Ραβί Λεβ φωνάζει το Γκόλεμ που σώζει τον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας για να του ανταποδώσει ακυρώνει τα μέτρα κατά των Εβραίων.


Ο Λεβ πάει το Γκόλεμ πίσω στο εργαστήρι του και το αφήνει εκεί, ξεχνάει όμως να το απενεργοποιήσει. Ο Φλόριαν που έχει ερωτευτεί την κόρη του Ραβί, τρυπώνει κρυφά στο σπίτι του Λεβ για να συναντηθεί με την Μίριαμ. Εκεί θα τον ανακαλύψει ο παραγιός του Λεβ και θα διατάξει το Γκόλεμ που ακόμα είναι στο εργαστήριο, να τον κυνηγήσει. Το Γκόλεμ θα σκοτώσει τον Φλόριαν στην πάλη που θα ακολουθήσει και το σπίτι του Λεβ θα πιάσει φωτιά.



Το Γκόλεμ βγαίνει από το σπίτι και αρχίζει να κινείται ανεξέλεγκτο μέσα στην πόλη. Στο δρόμο του γκρεμίζει τα τείχη της πόλης και βγαίνει στα χωράφια. Εκεί αρπάζει ένα κοριτσάκι και το ανεβάζει στον ουρανό. Το κοριτσάκι βλέπει το εβραϊκό αστέρι που έχει το Γκόλεμ κρεμασμένο στο λαιμό. Χωρίς να ξέρει ότι αυτό είναι που του δίνει τη μαγική δύναμη, του το αφαιρεί. Το Γκόλεμ ξεψυχάει χάνοντας τις μαγικές δυνάμεις του και καταρρέοντας άψυχο στη γη.




Way Down East 1920


Way Down East 1920
Αγάπη στη Θύελλα


Σκηνοθεσία: D.W. Griffith
Συγγραφείς; Lottie Blair Parker, William A. Brady
Είδος: Drama, Romance
Διάρκεια: 2h 25min
Παίζουν: Lillian Gish, Richard Barthelmess, Mrs. David Landau, και άλλοι
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Μια αφελής κοπέλα από το χωριό ξεγελιέται από έναν πλούσιο άντρα που της υπόσχεται γάμο. Αφού, πια, την παρατήσει, πρέπει να ξαναφτιάξει τη ζωή της, έχοντας και ένα παιδί στα χέρια από τον γάμο της.
                                                                   
                                         


Το θεατρικό του Joseph R. Grismer πρωτόγινε ταινία το 1908. Η δεύτερη φορά ήταν το 1914. Το 1935 ο Henry King το έκανε για τελευταία φορά, με τον Henry Fonda στον ρόλο του «κακού», αλλά με λίγη επιτυχία. Η εκδοχή του Griffith θεωρείται μακρά η καλύτερη.

2 

Μια σκηνή, που δίχνει καταρράκτες και όγκους πάγου, άφησε εποχή. Λόγω αυτού του επικινδύνου γυρίσματος, η Lillian Gish είχε αδυναμία στο δεξί της χέρι, ως και που πέθανε. Η σκηνή, υποστηρίζουν πολλοί, ότι ενέπνευσε και τον Sergei Eisenstein για την περιβόητη σκηνή στους πάγους του Λέων του Νέβα.

#

Τους μεσότιτλους τους μετέφρασα από τα Γαλλικά, μια και το DVD που αγόρασα στην Γαλλία ήταν η Γαλλικέ βερσιόν της ταινίας.



LEAVES FROM SATAN'S BOOK 1920


LEAVES FROM SATAN'S BOOK 1920
Σελίδες από το Ημερολόγιο του Σατανά



Σκηνοθεσία: Carl Th. Dreyer
Συγγραφείς: Edgar Høyer, Marie Corelli
Είδος: rama
Διάρκεια: 2h 47min
Παίζουν: Helge Nissen, Halvard Hoff, Jacob Texiere, και άλλοι
Μεσότιτλοι: <<RON>>


«Από τώρα και στο εξής, κάθε φορά που κάποιος θα υποκύπτει στον πειρασμό σου, η κατάρα σου θα επεκτείνεται κατά χρόνια. Αλλά για κάθε έναν που θα σου αντιστέκεται, η ποινή σου θα μειώνεται κατά χίλια χρόνια. Πήγαινε και συνέχισε το διαβολικό έργο σου.»


Το δεύτερο φιλμ του Carl Dreyer, του Δανού της τριάδας των μεγάλων Καθολικών δημιουργών (οι άλλοι δύο είναι ο Bresson και ο Rossellini), εκκινεί από μία κατάρα εκτός πλάνου –όχι μόνο κινηματογραφικού, αλλά και κοσμικού. Οι ρίζες του αρχέτυπου μύθου βρίσκονται εκτός Κτίσης, συνεπώς είναι υπερ-ιστορικές. Πώς να μην αποτελέσουν πρώτης τάξης υλικό για αβαθή αναγνώσματα, όπως αυτό της Marie Corelli; Μεταποιημένο από την πένα του συγγραφέα Edgar Hoyer, το σενάριο θα συναντούσε με τρόπο καρμικό το σκηνοθέτη. Έναν 29χρονο νέο, που μοιάζει να μην ξέρει πολλά και όμως θέλει να τα πει όλα.

Με την κεκτημένη ταχύτητα της γνωριμίας με το γκριφιθικό έργο, ο Dreyer επιδεικνύει την φιλοδοξία να επανεγγράψει τη «Μισαλλοδοξία», με μια διασύνδεση τεχνικών επιτευγμάτων και απόδοσης περιεχομένου. Για να ανοίξει τελικά ένα παράθυρο στο μέλλον: εκτός από το κατεξοχήν Καλό (Ιησούς), οι εκπρόσωποί του στα επόμενα επεισόδια της σπονδυλωτής ταινίας «Σελίδες από το ημερολόγιο του Σατανά» είναι γένους θηλυκού. Διόλου τυχαία βέβαια, καθώς πρόκειται για τους προδρόμους της μεγάλης εμμονής του Dreyer. Από τη Βικτορίν του «Προέδρου» και την Ίντα του «Αφέντη του σπιτιού» μέχρι τη Ζαν ντ’ Αρκ και την Αν στις «Μέρες Οργής», ο δημιουργός κεντράρει στην κατατρεγμένη γυναίκα και την «αγιοποιεί». Διόλου τυχαία επίσης, αν ανατρέξει κανείς στο ιστορικό της αποκοπής του από τη στοργή της φυσικής του μητέρας. Μόνο που οι εξω-φιλμικές αναζητήσεις παρασέρνουν σε άλλα μονοπάτια.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν, ως προς το σκελετό του φιλμ:
Στην Ιερουσαλήμ περί το τέλος της ζωής του Ιησού, ο Ιούδας πείθεται από τον Σατανά να προδώσει τον δάσκαλό του.


Στην Ισπανία του 17ου αιώνα, ένας μοναχός μπαίνει στην υπηρεσία της Ιεράς Εξέτασης και οδηγεί στην πυρά την γυναίκα που αγαπά.
Στο Παρίσι του 1793, ένας υπηρέτης γίνεται στέλεχος της Επανάστασης. Προδίδει την γυναίκα και την κόρη του αφεντικού του, τις οποίες είχε αναλάβει να φυγαδεύσει, αλλά και την φυλακισμένη Μαρία Αντουανέτα.
Στην κατεχόμενη από τους κομουνιστές Φινλανδία του 1918, μπολσεβίκοι καταλαμβάνουν έναν σιδηροδρομικό σταθμό και θέτουν ένα τραγικό δίλημμα στην γυναίκα του. Εκείνη αυτοκτονεί για να βγει από το αδιέξοδο, σώζοντας τον Σατανά από 1000 χρόνια καταδίκης.
Να το επαναλάβω με άλλα λόγια, ως γραφικός αυτόκλητος συνήγορος; Αυτός ο πρώιμος Dreyer είναι ένας κινηματογραφιστής έκθαμβος από την «Γέννηση ενός έθνους» και τη «Μισαλλοδοξία», ένας τεχνίτης έμπλεος ενθουσιασμού από την δυνατότητα να δουλέψει για πρώτη φορά με φορητή κάμερα, κινώντας την κάθετα και οριζόντια. Από αυτήν την άποψη, ο Dreyer στην αφετηρία της καριέρας του διάγει βίο παράλληλο με το υπερατλαντικό ίνδαλμά του: ακόμα και σήμερα δεν έχει απενοχοποιηθεί πλήρως κάθε αναφορά στο έργο του Γκρίφιθ, του οποίου το πάθος για την εφεύρεση της κινηματογραφικής αλφαβήτου έστεκε αδιάφορο απέναντι στον προπαγανδιστικό χρωματισμό.
Επιστρέφω στο Dreyer, για να αποκλείσω την παραγραφή ή το συγχωροχάρτι λόγω μουσειακής αξίας. Προφανώς και η σύνδεση των τεσσάρων ιστοριών βρίθει μεταφυσικής αφέλειας, στερείται οποιουδήποτε ψήγματος διαλεκτικής και κρίνεται παντελώς ανιστόρητη. Προφανώς και ο Ιούδας σκιαγραφείται ως γκροτέσκα, μειονεκτική καρικατούρα, προκαλώντας θυμηδία σε όποιον τον θεωρεί ως το κατεξοχήν τραγικό πρόσωπο στο θέατρο των Παθών. Ακόμα προφανέστερα, το ανακάτεμα κάθε μορφής βίας στο ίδιο καζάνι (εκεί όπου ένας Ιεροεξεταστής συναντά… έναν μπολσεβίκο!) είναι βαθιά αντιδραστική και μεταθέτει το στοχασμό πάνω στη μισαλλοδοξία σε επίπεδο νηπιακό. Ελάχιστα σώζεται η παρτίδα από τη συμπάσχουσα περσόνα του Σατανά, που προοιωνίζει απλώς την ωριμότερη κοσμοθεωρία του μεταγενέστερου Dreyer.


Κρατήστε όλα τα παραπάνω, μαζί με το «προφανώς». Σα να λέμε: είναι τόσο οφθαλμοφανές, ώστε καθιστά παρωχημένη την όποια ένσταση. Προτιμότερο να στραφεί κανείς στην σύνθεση των κάδρων, άλλοτε αναγεννησιακή (το κάδρο της επάλειψης του μύρου από τη Μαγδαληνή), άλλοτε με θαυμαστή συμμετρία και υπερτονισμένα στοιχεία στο ντεκόρ (το τελευταίο γενικό πλάνο του δεύτερου επεισοδίου). Στους πειραματισμούς πάνω στο μοντάζ, στην διαδοχή των πλάνων (η μοναξιά του Ιούδα και αυτή του Σατανά) και στην επιτάχυνσή της σε συνδυασμό με την εσωτερική κινησιολογία του κάδρου. Στην δειλή αλλά λειτουργική χρήση του τράβελινγκ, στο δάνειο των «κυκλικών κας» από τον Γκρίφιθ και στον έξοχο συνδυασμό εξπρεσιονιστικών φωτισμών και γκρο πλάνων ιδίως στο τελευταίο επεισόδιο. Στο παράδοξο, τέλος, της πολλαπλής «βλασφημίας» που πέτυχε ο Dreyer: η ταινία χτυπήθηκε ανελέητα από την Αριστερά της εποχής για τους αυτονόητους λόγους, αλλά και από την Εκκλησία. Άκουσον άκουσον, ο Εωσφόρος να συνεργάζεται με τον Ύψιστο –σκάνδαλο για την… παρθενία του απόλυτου Καλού της ιουδαιοχριστιανικής σκέψης. Ανάλογο «μπίνγκο» θα πετύχαινε χρόνια αργότερα και ο ντε Σίκα με το «Θαύμα στο Μιλάνο».



Τρίτη 26 Μαΐου 2020

My Boy 1921


My Boy 1921
Αγόρι μου


Σκηνοθεσία: Albert Austin, Victor Heerman
Συγγραφείς: Max Abramson, Shirley Vance Martin
Είδος: Comedy, Drama
Διάρκεια: 55min
Παίζουν: Mathilde Brundage, Claude Gillingwater, Jackie Coogan, και άλλοι
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Ένα ορφανό δραπετεύει από υπεύθυνους μετανάστευσης στο νησί Έλις και πηγαίνει να ζήσει με έναν πλοίαρχο ενός παλιού πλοίου ο οποίος δεν μπορεί να βρει δουλειά και δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του.


Ο πατέρας του Τζάκι Μπλερ σκοτώθηκε στη Γαλλία. Η μητέρα του πέθανε ταξιδεύοντας στο κατάστρωμα. Έτσι ο μικρός Τζάκι Μπλερ έμεινε μόνος του όταν παρουσιάστηκε στο νησί Έλις και οι υπεύθυνοι μετανάστευσης ήθελαν να τον στείλουν αμέσως πίσω. Ο καπετάνιος Μπιλ παρουσιάζεται στη σκηνή ζητώντας δουλειά, αλλά είναι πολύ μεγάλος και κανείς δεν τον θέλει. Βλέπει τον μοναχικό μικρό Τζάκι, τον λυπάται και ζητά από τα οκτώ παιδιά των Pinkosuwitzes να τον συμπεριλάβουν στα παιχνίδια τους.


Έτσι, ο καπετάνιος συμβάλει άθελά του στη διαφυγή του Τζάκι. Το ορφανό αναμιγνύεται με τους Pinkosuwitzes όταν φεύγουν από το κτίριο υπηρεσίας μετανάστευσης. Όταν διαπιστώσουν ότι έχουν αποκτήσει ένα ένατο παιδί, τον αφήνουν στο δρόμο. Αυτό κάνει τον Τζάκι να ακολουθήσει τον Καπετάν Μπιλ στο πολύ μικρό σπίτι του, για το οποίο ο γέρος δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο. Ο Τζάκι προσπαθεί να φανεί χρήσιμος στον καπετάνιο. Τραγουδά και χορεύει με έναν λατερνατζή για να κερδίσει χρήματα για τα φάρμακα του καπετάνιου.
Λίγοι μαντεύουν ότι η πλούσια γιαγιά του Τζάκι έχει αναστατώσει τις υπηρεσίες μετανάστευσης για να βρουν το αγόρι.





Safety Last! 1923


Safety Last! 1923
Μωρέ, Κουράγιο!


Σκηνοθεσία: Fred C. Newmeyer, Sam Taylor

Συγγραφείς: Hal Roach, Sam Taylor
Είδος: Action, Comedy, Thriller
Διάρκεια: 1h 14min
Παίζουν: Harold Lloyd, Mildred Davis, Bill Strother, και άλλοι
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο



Επειδή την εποχή του βωβού δεν υπήρχε μόνο ο Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον, γνωρίστε τον Harold Lloyd, τον τρίτο ίσως μεγαλύτερο κωμικό της εποχής, ο οποίος είχε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο έργο του. Υπάρχουν βεβαίως και δω τα βασισμένα σε ακροβατικά κωμικά στοιχεία, αλλά ο ήρωάς μας δεν βασίζεται αποκλειστικά σ' αυτά. Γυρισμένη το 1923, η ταινία Safety Last είναι η πιο διάσημη σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του και αυτό οφείλεται στην σκηνή που κρέμεται από το ρολόι, η οποία πλέον έχει ταυτιστεί με τον ίδιο και ολόκληρο τον βουβό κινηματογράφο, θα λέγαμε. Και ο λόγος που βρίσκεται εκεί είναι φυσικά απλός Ως φτωχός βιοπαλαιστής (που προσπαθεί να πιάσει την καλή με νόμιμους πάντα τρόπους) δέχεται για διαφημιστικούς λόγους να σκαρφαλώσει ολόκληρο το εικοσαόροφο κτίριο στο οποίο δουλεύει. Έτσι θα κερδίσει 1.000 δολάρια και θα μπορέσει να παντρευτεί την καλή του, η οποία παρεμπιπτόντως τον περνάει για πλούσιο.


Και ας μην αναφερθούμε στο πόσες φορές έχει κοπιαριστεί η σκηνή του ρολογιού? θυμηθείτε μόνο την Επιστροφή στο μέλλον! Μπορείτε πάντως


Ένας επαρχιώτης καταφτάνει στην μεγαλούπολη, αναζητώντας την μεγάλη ευκαιρία. Πιάνει δουλειά ως ταμίας σε εμπορικό κέντρο και αρπάζει με ζήλο την ευκαιρία που του δίνεται, όταν ο διευθυντής ανακοινώνει ότι θα δώσει 1.000 δολάρια σε όποιον φέρει την περισσότερη πελατεία.
Η πιο κλασική στιγμή στην καριέρα του Harold Lloyd, ενός από τους πιο σημαντικούς κωμικούς στην ιστορία του Χόλιγουντ. Σε αυτήν τη ταινία υπάρχει η περίφημη σκηνή στο ρολόι του ουρανοξύστη, από όπου κρεμιέται ο ήρωας. Στην πραγματικότητα ο Lloyd δεν ήταν πολύ ψηλά, αλλά απλά κάποια μέτρα από το έδαφος σε τοίχο ουρανοξύστη, προσαρμοσμένο με την κάμερα να δείχνει πολύ ψηλά. Σε μια συνέντευξη ενός κασκαντέρ, όμως, το 1980, αυτός λέει ότι η σκηνή γυρίστηκε στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη, όπου είχε κατασκευαστεί το σκηνικό και οι κάμερες το έπαιρναν από τέτοια λήψη, που φαίνονταν ο κόσμος στο δρόμο χαμηλά. Ο ίδιος διαψεύδει πως ο Lloyd δεν χρησιμοποίησε σωσία για το σκαρφάλωμα, εικάζοντας πως ήταν αυτός που έκανε την πιο δύσκολη δουλειά. Το όνομα του κασκαντέρ ήταν Robert A. Golden και στους τίτλους του έργου αναγράφεται ως βοηθός σκηνοθέτης.


Ο Harold Lloyd, όπως και όλοι οι πρώτοι κωμικοί του μπουρλέσκ, ήταν παθιασμένος με τα επικίνδυνα σταντ. Το 1919 είχε εκραγεί στο χέρι του ένα εκρηκτικό και όταν επέστρεψε στα γυρίσματα φορούσε ένα λευκό γάντι για να το κρύβει. Η ιδέα του Safety Last του ήρθε όταν παρακολούθησε μια επίδειξη του ριψοκίνδυνου Bill Strother, όπου σκαρφάλωνε έναν ουρανοξύστη. Γνήσιος ζηλιάρης ο Lloyd, περίμενε κρυμμένος παρακολουθώντας το θέαμα. Όταν ο Strother κατέβηκε, πήγε και του συστήθηκε και του ζήτησε πληροφορίες πάνω στο κατόρθωμα του. Ο Bill Strother εμφανίζεται σε έναν σημαντικό ρόλο στην ταινία και ενώ δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στον κινηματογράφο.


Επειδή την εποχή του βωβού δεν υπήρχε μόνο ο Chaplin και ο Buster Keaton, γνωρίστε τον Harold Lloyd, τον τρίτο ίσως μεγαλύτερο κωμικό της εποχής, ο οποίος είχε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο έργο του. Υπάρχουν βεβαίως και δω τα βασισμένα σε ακροβατικά κωμικά στοιχεία, αλλά ο ήρωάς μας δεν βασίζεται αποκλειστικά σ` αυτά. Γυρισμένη το 1923, η ταινία Safety Last είναι η πιο διάσημη σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του και αυτό οφείλεται στην σκηνή που κρέμεται από το ρολόι, η οποία πλέον έχει ταυτιστεί με τον ίδιο και ολόκληρο τον βουβό κινηματογράφο, θα λέγαμε. Και ο λόγος που βρίσκεται εκεί είναι φυσικά απλός? ως φτωχός βιοπαλαιστής (που προσπαθεί να πιάσει την καλή με νόμιμους πάντα τρόπους) δέχεται για διαφημιστικούς λόγους να σκαρφαλώσει ολόκληρο το εικοσαόροφο κτίριο στο οποίο δουλεύει. Έτσι θα κερδίσει 200 δολάρια και θα μπορέσει να παντρευτεί την καλή του, η οποία παρεπιμπτόντως τον περνάει για πλούσιο.




Die Straße (1923)

Die Straße (1923)
Ο δρόμος


Του Karl Grune
Ο δρόμος είναι μια άμεση μαρτυρία της ηθικής κρίσης που διαπερνά το γερμανικό έθνος την δεκαετία του 20. Είναι η ιστορία ενός ώριμου άνδρα που νιώθει να  πνίγεται με την οικογενειακή του ζωή και έλκεται ακαταμάχητα από την νυχτερινή ζωή του δρόμου που τον παρασύρει  ένα νεαρό κορίτσι, πιθανόν πόρνη. Το δράμα εκτυλίσσεται μέσα σε μία νύχτα στην  οποίο ο πρωταγωνιστής θα κατηγορηθεί για φόνο.
Αν και το θέμα της ταινίας είναι ο ξεπεσμός ενός καθημερινού άνδρα που παρασύρεται και  εγκαταλείπει το σπίτι του της προς αναζήτηση περιπέτειας στο δρόμο, ο Carl Mayer, μας παρουσιάζει έναν Γερμανικό νεορεαλισμό, κάτι που στην Γαλλία ονομάστηκε avant-garde, και εξπρεσιονισμό συνάμα.
Παράλληλα, έχουμε και τις ιστορίες άλλων χαρακτήρων που τελικά συγκλίνουν σε ένα τραγικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η επιλογή αυτού του θέματος, αυτή η παρουσίαση του Βερολίνου έχει να κάνει περισσότερο με το όραμα που μας έφερε ο Fritz Lang στην εκπληκτική ιστορία του «Δρ Μακούζε». Η εναρκτήρια σκηνή μας προϊδεάζει για τον πρωταγωνιστή που στο μικρό, σκοτεινό διαμέρισμα του, παρατηρεί γοητευμένος την αστική ζωή που τον περιμένει έξω. Αλλά μόλις κατέβει στο δρόμο, σε μια πολύβουη, ξέφρενη και σχεδόν επιθετική παρέα ύποπτων ανθρώπων όπου ένας άνθρωπος, όπως ο πρωταγωνιστής έχει ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης. Το τι περιμένει τον πρωταγωνιστή μας στην νυχτερινή του περιπέτεια, μας το παρουσιάζει συμβολικά ο σκηνοθέτης, όταν ο ήρωάς μας ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα τις οποίας το κεφάλι μετατρέπεται σε... νεκροκεφαλή.


Αργότερα μας εμφανίζεται η νεαρή γυναίκα η οποία είναι μια πόρνη που ψάχνει για αφελή θύματα. Συμβολική και η παρουσίαση της φωτεινής επιγραφής ενός καταστήματος οπτικών που τα δύο φωτεινά μάτια της επιγραφής μοιάζουν να παρατηρούν τα συμβαίνοντα στην αμαρτωλή νύχτα.


Έχουμε και αθώα πρόσωπα που εμπλέκονται στην όλη υπόθεση. Η πόρνη και ο σύντροφος προστάτης της έχουν ένα κοριτσάκι και έναν τυφλό παππού που ζει μαζί τους.


Ο μεσήλικας της ιστορίας μας φαίνεται να γοητεύεται από την νεαρά πόρνη και αυτή τον παρασύρει να παίξει χαρτιά μα μια ύποπτη παρέα που στην οποία μετέχει ο προστάτης της και άλλο ένα – κατ αυτούς - υποψήφιο θύμα για να το ξεκοκαλίσουν. Το υποψήφιο θύμα στην αρχή τας χάνει όλα αλλά την τελευταία στιγμή κατορθώνει να ρεφάρει και να τους τα μαζέψει όλα. Οι κακοποιοί δεν σκοπεύουν όμως να αφήσουν να τους ξεφύγει ο τύπος με ένα τόσο συμπαντικό χρηματικό ποσό. Βάζουν λοιπόν την πόρνη να τον παρασύρει δήθεν για ερωτικές περιπέτειες στο σπίτι της με σκοπό να τον ληστέψουν. Ταυτόχρονα όμως ο μεσόκοπος οικογενειάρχης ακολουθεί την νεαρά πόρνη μιας και  το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κάνει έρωτα μαζί της. Την ώρα που αυτή προσπαθεί να τον αποκρούσει, ο προστάτης της επιχειρεί να ληστέψει τοτον κερδισμένο του χαρτοπαιγνίου. Αυτός τραβά πιστόλι για να αμυνθεί, τότε ο κακοποιός του ορμά με μαχαίρι και τον τραυματίζει θανάσιμα.
Από την φασαρία ξυπνά και σηκώνεται το κοριτσάκι,. Σηκώνεται και ο τυφλός παππούς του και πέφτει επάνω στον νεκρό. Το κοριτσάκι ξεχύνεται έντρομο έξω απ’ το σπίτι. Ένας αστυφύλακας που το βρίσκει προσπαθεί να το επαναφέρει στο σπίτι της. Εκεί βρίσκει το πτώμα και καλή σε συναγερμό τους συναδέλφους του. Η νεαρή πόρνη για να γλυτώσει τους δικούς της ανθρώπους ισχυρίζεται ότι φονιάς είναι ο μεσήλικας πρωταγωνιστής, λόγο ζήλιας. Αυτός από το σοκ της όλης κατάστασης δεν μπορεί να αρθρώσει ούτε λέξη. Τότε προφυλακίζεται ως βασικός ύποπτος του φόνου. Η ανάκριση συνεχίζεται και ο δράστης ερωτάται τι γνωρίζει για την υπόθεση. Αυτός ισχυρίζεται ότι έλειπε όλη την νύχτα από το σπίτι και δεν έχει ιδέα του έγινε. Τότε το κοριτσάκι γεμάτο αφέλεια τον ρωτά γιατί το βράδυ έφυγε ξαφνικά από το σπίτι. Αυτό ήταν. Η μικρή μες την αφέλειά της κάρφωσε τον πατέρα της και έτσι ο μεσήλικας την γλύτωσε και αφέθηκε ελεύθερος. Γύρισε σπίτι του όπου η γυναίκα του χωρίς να ρωτήσει το παραμικρό του σερβίρει την σούπα.
Ο ήρωάς μας επανέρχεται στην ρουτινιάρικη αλλά ασφαλή ζωή του.
Χαρακτηριστικό του Carl Mayer είναι ότι ελάχιστα παρεμβάλει μεσότιτλους στην ταινία. Αφήνει τον θεατή να μαντέψει μόνος του την πλοκή της ταινίας. Την μετάφραση των έστω λίγων αυτών μεσότιτλων την έκανα εγώ.



Madame DuBarry (1919)

Madame DuBarry (1919)

Σκηνοθεσία: Ernst Lubitsch
Συγγραφείς: Norbert, Hanns Kräly
Είδος: Biography, Drama, Romance
Διάρκεια: 1h 25min
Παίζουν: Pola Negri, Emil Jannings, Harry Liedtke, και άλλοι
Μεσότιτλοι: Γιάννης από Ανάβυσσο


Στην Γαλλία του 18ου αιώνα, η θέση της επίσημης ερωμένης του βασιλιά ήταν τιμητική θέση και έφερε τοη τίτλο «Μετρέσα». Δεν μπορούσε οπουδήποτε γύναιο να κατέχει την τιμητική αυτή θέση. Έπρεπε να είναι αριστοκρατικής Καταγωγής! Φυσικά και ταπεινής καταγωγής να ήταν, άμα την γουστάριζε ο βασιλιάς βρισκόταν λύση. Την πανδρεύανε με κάποιον ξεπεσμένο αριστοκράτη έναντι χρηματικής αμοιβής και έτσι μεταπηδούσε στον κύκλο της αριστοκρατίας!
Μια μοδίστρα στην Γαλλική επαρχία συνήψε σχέση με κάποιον μοναχό. Καρπός της παράνομης σχέσεις τους ήταν να γεννηθεί στις 19 Αυγούστου 1743 ένα κοριτσάκι που το ονόμασαν Ζαν. Το σκάνδαλο ήταν βαρύ για την κοινωνία της επαρχίας, έτσι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στο Παρίσι για να αποφύγουν την κοινωνική κατακραυγή. Η Μικρή πήγε εκεί σε σχολείο αλλά ζωηρή όπως ήταν το εγκατέλειψε νωρίς. Ασχολήθηκε με διάφορες εργασίες γύρο από τον τομέα της μόδας, πόζαρε δε συχνά ως μοντέλο διάσημων ζωγράφων. Πανέμορφη όπως ήταν με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια δεν άφησε ασυγκίνητα μέλη της «υψηλής» κοινωνίας και αυτή ως φιλόδοξη επεδίωκε την άνοδό της με της σχέσεις αυτές. Τότε έπεσε στα χέρια του ξεπεσμένου κόμη Ντυμπαρή του οποίου οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά τελευταία και συμπλήρωνε το εισόδημά του κάνοντας τον προαγωγό και προμηθεύοντας ερωμένες στην αριστοκρατία! Έγινε επίσημη ερωμένη του και αυτός την πλασάριζε σε διάφορους επώνυμους δίνοντάς της την υπόσχεση ότι θα πετύχει την κοινωνική της άνοδο. Και η ευκαιρία παρουσιάστηκε. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο 15ος είχε πέσει σε μελαγχολία. Η επίσημη μετρέσα του η κα Pompadour απεβίωσε. Τότε ο Ντυμπαρή φρόντισε μέσο γνωστών του να συστήσει στον βασιλιά την Ζαν. Αυτός ξετρελάθηκε με την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει μετρέσα του.


Υπήρχε όμως θέμα ως προς την καταγωγή της Ζαν. Κι αυτό όμως λύθηκε. Ο αδελφός του κόμη Ντυμπαρή δέχτηκε έναντι αδράς χρηματικής αμοιβής να παντρευτεί την Ζαν και να της δώσει έτσι τον τίτλο της κόμισσας. Στον γάμο όμως παρουσιάστηκε και ένα  πλαστό πιστοποιητικό γέννησης που την εμφάνιζε διαφορετικής ηλικίας και αριστοκρατικής καταγωγής. Τότε μπόρεσε ο βασιλιάς να την παρουσιάσει επίσημα στην αυλή του. Αυτό ήταν! Η ζωή της Ζαν άλλαξε από τότε ραγδαία. Είχε ιδιαίτερα διαμερίσματα στο παλάτι, κοσμήματα και άλλα πανάκριβα δώρα του βασιλιά και σημαντική επιρροή στα τεκταινόμενα στην Γαλλία. Το γνωστό σήμερα κωμικό σλόγκαν, ότι τα τρία «Μ» κυβερνούν τον κόσμο, στην αποκορύφωσή του!
Η Ζαν όμως με την επιτυχία της αυτή φαίνεται να καβάλησε το καλάμι. Το πίστεψε και η ίδια πως ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και φερόταν με υπεροψία στο πόπολο. Οι δε εξεζητημένες εμφανίσεις της και η επίδειξη πλούτου εξόργιζε τον λαό ο οποίος λιμοκτονούσα και έβλεπε να ξοδεύει τον πλούτο η αριστοκρατία για τις ερωμένες της.
Κάποτε ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο 15ος αρρώστησε από ευλογιά. Συναισθανόμενος το τέλος του και αντίθετα από ότι μας παρουσιάζουν διάφοροι σκηνοθέτες κατά την μεταφορά της ιστορίας αυτής στην οθόνη, αυτός ζήτησε να μην επιτραπεί πια στην Ζαν να εισέλθει στο δωμάτιό του. Ζήτησε να μεταλάβει και με δάκρια γύρεψε συγνώμη για τα ανομήματά του. Μετά τον θάνατό του τον διαδέχτηκε ο Λουδοβίκος ο 16ος η γυναίκα του οποίου, η Μαρία Αντουανέτα δεν την πήγαινε καθόλου την ¨»Madame Du Barry». Με διαταγή λοιπόν του νέου βασιλιά κλίστηκε σε μοναστήρι και αργότερα εξορίστηκε σε ένα κτήμα της στην επαρχία. Κατόπιν ξέσπασε η Γαλλική επανάσταση. Κάποιοι διέρρηξαν το σπίτι της Ζαν και αφαίρεσαν ολόκληρο θησαυρό απ/ό τα πανάκριβα κοσμήματά της. Αργότερα μαθεύτηκε ότι το κοσμήματα αυτά κυκλοφωρούσαν στην Αγγλία. Τέσσερεις φορές ταξίδευσε στην Αγγλία μήπως μπορέσει και τα ξαναποκτήσει αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Τότε τα πιο άγρια στοιχεία της επανάστασης που είχαν το πάνω χέρι τότε, την κατηγόρησαν ότι στην Αγγλία πηγαίνει για να έχει επαφές με τους φιλομοναρχικούς αντεπαναστάτες. Την δίκασαν και χωρίς πολλές διατυπώσεις όπως συνέβαινε τότε, την καταδίκασαν να θανατωθεί στην γκιλοτίνα. Άδικα αυτή έκλαψε και παρακαλούσε. Στις 8 Δεκεμβρίου 1793 και στην πλατεία Κονκόρντ εκτελέστηκε και το όμορφο κεφαλάκι της κατέληξε στο κοφίνι!
Η ιστορία της «Madame Du Barry» πολλές φορές πέρασε στην μεγάλη οθόνη. Μία από αυτές ήταν το 1919 από τον Γερμανό σκηνοθέτη Ernst Lubitsch με πρωταγωνίστρια στον ρόλο της Ζαν την Pola Negri. Παρά του ότι ο σκηνοθέτης αυτός είχε γυρίσει αρκετές αξιόλογες ταινίες μέχρι τότε, η συγκεκριμένη ταινία αποτέλεσε το διαβατήριο αυτού και της Pola Negri για το Χόλυγουντ. Ο Lubitsch δεν παραποιεί τα βασικά ιστορικά γεγονότα, προσθέτει και παραποιεί δευτερεύουσας σημασίας γεγονότα για να κάνει την ταινία πιο μελοδραματική.


Μας παρουσιάζει την Ζαν σε νεαρή ηλικία να εργάζεται σε ένα καπελάδικο, να έχει έναν μόνιμο αγαπητικό, τον νεαρό φοιτητή Armand De Foix αλλά δεν χάνει ευκαιρία να φλερτάρει και με πρόσωπα την ανώτερης κοινωνίας αν νομίσει ότι μπορεί να εισπράξει όφελος. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι ο Ισπανός πρέσβης Don Diego για πού για να πάει στο σπίτι του που την προσκάλεσε, λέει ψέματα στον Armand. Στο σπίτι του Don Diego γνωρίζει τον κόμη Ντυμπουά που της ρίχνεται. Κάποια στιγμή η Ζαν βρίσκεται σε έναν χορό στην όπερα όπου εκεί εμφανίζονται και οι τρεις άνδρες που την διεκδικούν. Η Ζαν τρέχει στην αγάλια του Armand και ο Don Diego έξαλλος από θυμό του ορμά με το σπαθί του. Ο κόμης Ντημπουά χώνει στο χέρι του νεαρού ένα σπαθί για να αμυνθεί. Στην μονομαχία ο νεαρός σκοτώνει τον Don Diego. Τότε ο Ντυμπουά φυγαδεύει την Ζαν στο σπίτι του για να την προφυλάξει και καλά από τις συνέπειες της πράξης του νεαρού. Εκεί της λέει πως με τον νεαρό θα έχει μόνο μπελάδες, ενώ αν δεχτεί να γίνει μόνιμη ερωμένη του θα είναι ¨η κυρία» του σπιτιού του. Τελικά η Ζαν πείθεται και αυτός χρησιμοποιεί την γοητεία της για να πετύχει να κλείσει διάφορες δουλειές του. Κάποια στιγμή την στέλνει στον πρωθυπουργό για να τακτοποίηση μια υπόθεσή του. Αυτός αρνείται να την εξυπηρετήσει αλλά η Ζαν κυνηγώντας τον πέφτει στην αντίληψη του βασιλιά ο οποίος εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της ζητά από τον πρωθυπουργό να του την βρει και να του την παρουσιάσει. Έτσι κι έγινε


 Από κει και πέρα τα γεγονότα στην ταινία εξελίσσονται όπως και στην πραγματική ιστορία. Μέχρι που ο βασιλιάς αρρωσταίνει από ευλογιά.


Αντίθετα με την πραγματική ιστορία, ο πρωθυπουργός είναι αυτός που απαγορεύει στην Ζαν να εισέλθει στο δωμάτιο του βασιλιά. Τότε ο βασιλιάς τον παρακαλεί να τον αφήσει να την δει για τελευταία φορά. Όταν οι μαυροφορεμένοι ιερείς πλησιάζουν τον ετοιμοθάνατο βασιλιά για να τον μεταλάβουν, αυτός τους αντιμετωπίζει έντρομος!
Κατά τα λοιπά η ταινία εξελίσσεται όπως και ιστορική πραγματικότητα και τελειώνει με το κεφάλι της «της «Madame Du Barry» στο κοφίνι.

Κατόπιν εορτής και όταν είχα τελειώσει με την μετάφραση αυτών των μεσοτίτλων και τους έκανα upload, αντιλήφτηκα ότι κάποιος είχε προηγηθεί κα ι είχε ανεβάσει την μετάφραση. Σκοπός μου δεν είναι να περιφρονήσω τον μεταφραστή και να ισχυριστώ ότι μόνο οι δικές μου μεταφράσεις αξίζουν. Κάθε άλλο. Δεν περίμενα όμως να υπάρχει και άλλος κολλημένος σαν κι εμένα με ταινίες του 1919! Στεναχωρήθηκα διότι στον χρόνο που ξόδευα γι αυτή τη μετάφραση, θα μπορούσα να είχα μεταφράσει κάτι άλλο.
Να σημειώσω ότι οι δικοί μου μεσότιτλοι ταιριάζουν με την μετάφραση των Γερμανικών υποτίτλων μια και το έργο είναι Γερμανικό.