Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

The Fly 1958

 

The Fly 1958

Η Μύγα 

Σκηνοθεσία: Kurt Neumann

Σενάριο: James Clavell, George Langelaan

Είδος: Drama, Horror, Sci-F, Vincent Price

Διάρκεια: 01:34

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

David Hedison: Andre Delambre (as Al Hedison)

Patricia Owens: Helene Delambre

Vincent Price: François Delambre

Herbert Marshall:             Insp. Charas

Kathleen Freeman            : Emma

 

Μια γυναίκα ειδοποιεί την αστυνομία και ομολογεί ότι συνέθλιψε τον άνδρα της σε πρέσα εργοστασίου. Αργότερα δέχεται να αποκαλύψει τα γεγονότα που προηγήθηκαν του φόνου: ο επιστήμονας σύζυγός της πραγματοποιούσε πειράματα μεταφοράς της ύλης. Όμως, όταν έγινε ο ίδιος πειραματόζωο, δεν πρόσεξε ότι στο θάλαμο τηλεμεταφοράς είχε εισχωρήσει μία μύγα...

Κλασική ταινία τρόμου και φαντασίας της δεκαετίας του ΄50, όχι τόσο για την αφελή ιστορία όσο για τις σχέσεις των ηρώων, οι οποίες συγκροτούν ένα παραμύθι πάθους με λυπημένο τέλος. Σε επίπεδο επιστημονικής βάσης, ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε σεναριογράφος Τζέιμς Κλάβελ (αργότερα έγραψε τα "Μεγάλη Απόδραση", "Στον Κύριό μας με Αγάπη", "Σογκούν") υποπίπτει σε πολλά σφάλματα, ενώ και ο κρυφός έρωτας του Βίνσεντ Πράις με τη σύζυγο του αδελφού του δεν υποστηρίζεται πάντα από το σενάριο. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του φιλμ ξεπερνούν τις όποιες αδυναμίες ή ατέλειες και μιλούν για τις εκπλήξεις της υπόθεσης -που ξεκινά όπως μία τυπική αστυνομική ταινία και καταλήγει σε φιλμ τρόμου-, αλλά και για την ατμόσφαιρα που έχει πετύχει ο Κουρτ Νιούμαν, σκηνοθέτης μιας σειράς ταινιών με ήρωα τον Ταρζάν και πρωταγωνιστή τον Τζόνι Βαϊσμίλερ. Την πρώτη "Μύγα" ακολούθησαν δύο συνέχειες ("Return of the Fly",1959 και "Curse of the Fly", 1965), ενώ το 1986 ο Κρόνενμπεργκ γύρισε μια πιο σύγχρονη και σαφώς πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή του ίδιου μύθου. Η έκδοση DVD περιοχής 2 μεταφέρει σε ψηφιακή μορφή το πρωτότυπο με εικόνα πλήρους ανάλυσης (αρκετά λαμπρή και φωτεινή, αλλά με υπερτονισμένα χρώματα) και με πολυκάναλο ήχο, που όμως δεν αποδίδει ικανοποιητική αίσθηση περιβάλλοντος ούτε αποφεύγει τις παραμορφώσεις στις υψηλές συχνότητες.

 



Mouse That Roared 1959

Mouse That Roared 1959

Το Ποντίκι που Βρυχάται


Σκηνοθεσία: Jack Arnold

Σενάριο: Roger MacDougall, Stanley Mann, Leonard Wibberley

Είδος: Comedy, Peter Sellers, War

Διάρκεια: 01:23

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Peter Sellers: Μεγάλη ΔούκισσαXII / Πρωθυπουργός Count Rupert of Mountjoy, Στρατιωτικός Tully Bascombe

Jean Seberg: Helen Kokintz

William Hartnel: Will Buckley

David Kossoff: Doctor Alfred Kokintz

Leo McKern: Benter 

Άργησε, αλλά το έκανε. Όχι που θα του ξέφευγε του Peter Sellers να σατιρίσει τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Αμερική. Με σαφή και αιχμηρά σχόλια κατά της αμερικανικής διπλωματίας ο θρυλικός βρετανός κωμικός ηθοποιός πρωταγωνιστεί (με όλη τη σημασία της λέξης, αφού παίζει τρεις ρόλους) σε μια εξαιρετική κωμωδία με την ευχάριστη ιδιαιτερότητα να συνδυάζει σε σωστές αναλογίες τόσο ανόητο gag-style χιούμορ, όσο και εγκεφαλικό. Η ταινία γυρισμένη το 1959 του χάρισε για πρώτη φορά καθολική αναγνώριση και στάθηκε η πρώτη μεγάλη επιτυχία του.

Το δουκάτο του Φενούκιου στην Νότια Γαλλία είναι γνωστό για το εξαιρετικό του κρασί, το οποίο εξάγει στην Αμερική και ζει από τα έσοδα. Όταν η συνταγή του κρασιού αντιγράφεται στην Αμερική, οι εξαγωγές του δουκάτου πέφτουν κατακόρυφα και κηρύσσει πτώχευση. Μετά από συνεδριάσεις καταλήγουν στην καλύτερη λύση: θα κηρύξουν πόλεμο στην Αμερική, θα χάσουν και θα επωφεληθούν από την οικονομική βοήθεια που η Αμερική πάντα προσφέρει στις ηττημένες από αυτή χώρες. Το στράτευμα των 15 ατόμων ξεκινά να ηττηθεί, αλλά τελικά όχι μόνο νικούν τις Η.Π.Α., αλλά κλέβουν και το υπερόπλο "Q-Bomb".

Το θεότρελο σενάριο (παρωδία της όλης ιστορίας με το σχέδιο Marshall) συμπληρώνεται από την αιθέρια Jean Seberg, με την οποία προστίθεται το απαραίτητο ρομάντζο, που ολοκληρώνει την επιτυχία. Πάντως άξιος να παίξει τον ρόλο ο Sellers, καθώς όχι μόνο υπηρέτησε με την RAF, αλλά και το 1966 του απονεμήθηκε ο τίτλος Commander of the British Empire.

Oh Yeah! : Η ταινία ως σύλληψη και η υλοποίησή της. Και μάλιστα από έναν άνθρωπο που είχε πει για τον εαυτό του “I have no personality of my own whatsoever. I have nothing to project”. Ίσως γι αυτό να ήταν τόσο καλός στο να υποδύεται άλλους. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να παραλείψω τον τίτλο, που συνοψίζει τέλεια την ταινία.

Oh No! : Τα σχόλια που βρήκα στο internet για την ταινία και ειδικά από ένα ενοχλημένο αμερικανάκι «for in order to make fun of the United States` good-winner policy, one must understand that the policy was born out of years of bloodshed, and it`s very difficult to make fun of the exercise of organized mass-slaughter, even if the focus is on the aftermath of the conflict. The other aspect of why it`s difficult to make the premise work is because it just isn`t all that true that the United States (my country, by the way) has helped every defeated nation get back on its feet with an onslaught of goodwill. History shows that all too well.» Σοβαρά ε; Για το πρώτο μέρος του σχόλιου να υπενθυμίσω μόνο την ταινία «Ο μεγάλος δικτάτορας» του Chaplin και να πω ότι αυτό που έκανε ο Sellers είναι ακριβώς το νόημα της παρωδίας και της διακωμώδησης. Αφήστε που το έκανε 15 χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν τα πάθη είχαν σιγάσει. Για το δεύτερο μέρος χρειάζεται πραγματικά να σχολιάσω; η επικαιρότητα τα λέει όλα.

 


 
 

Les Misérables 1958

Les Misérables 1958

ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ  


Σκηνοθεσία: Jean-Paul Le Chanois

Σενάριο: Michel Audiard, René Barjavel,

Victor Hugo, Jean-Paul Le Chanois

Είδος: Drama, Γαλλικά

Διάρκεια: 03:30

Γλώσσα: Γαλλικά

Παίζουν:

Jean Gabin: Jean Valjean

Bernard Blier: Javert (père et fils)

René Fleur: Le cardinal

Julienne Paroli: Madame Magloire

Fernand Ledoux: Monseigneur Bienvenue Myriel 

Ο απελευθερωμένος κατάδικος Γιάννης Αγιάννης (Jean Gabin) γυρίζει από το κάτεργο της Τουλόν στην ταραγμένη Γαλλική επαρχία των αρχών του 19ου αιώνα, όπου καταφέρνει να στήσει μία καλή επιχείρηση και να διακριθεί στις φιλανθρωπίες...

Καταδιώκεται, όμως από τον στυγνό Επιθεωρητή Ιαβέρη (Bernard Blier), ο οποίος διατηρεί το μίσος του κατα του Αγιάννη από τις μέρες του κάτεργου της Τουλόν. Έτσι ο Αγιάννης αναγκάζεται να περάσει στην παρανομία.

Στην πορεία αναλαμβάνει την ανατροφή της Τιτίκας, του μικρού κοριτσιού μιας πόρνης, την οποία προσέχει σαν κόρη του. Ο Αγιάννης συμμετέχει στις επαναστατικές μέρες της Δημοκρατίας του 1830 και βοηθά την Τιτίκα να βρεί τον έρωτα της ζωής της...

Μάλλον άνευρη μεταφορά του αριστουργήματος του Βίκτορος Ουγκώ, με τους πρωταγωνιστικούς ρόλους να ερμηνεύονται από δύο μεγάλους Γάλλους ηθοποιούς, τον Jean Gabin και τον Bernard Blier, οι μέτριες ερμηνείες των οποίων δεν βοηθούν την λάμψη της μεγάλης αυτής παραγωγής. Στα αρνητικά συγκαταλλέγονται οι πρόχειροι διάλογοι καθώς και το εκνευριστικό και ανούσιο  voice over...

Ο σκηνοθέτης Le Chanois δεν κατόρθωσε, κατα την γνώμη μου, να αποδώσει την ατμόσφαιρα της πόλης του Παρισιού, τα Δημοκρατικά κινήματα και τις συγκρούσεις με τους Γρεναδιέρους αλλά και ούτε και να αποσπάσει συγκλονιστικές ερμηνείες -σε ένα τέτοιο κλασικό remake- από τα βαριά ονόματα του Γαλλικού σινεμά...

Ενδιαφέρουσα ταινία για όσους θέλουν να ξαναθυμηθούν το μυθιστόρημα, αν και υπερβολικά αργή και μακρόσυρτη...

 


Touch Of Evil 1958

Touch Of Evil 1958

Το Αγγιγμα του Κακού  


Σκηνοθεσία: Orson Welles

Σενάριο: Orson Welles, Whit Masterson, Franklin Coen, Paul Monash

Είδος: Crime, Mystery, Orson Welles, Thriller

Διάρκεια: 01:45

Γλώσσα: Αγγλικά

Παίζουν:

Charlton Heston: Mike Vargas

Janet Leigh: Susan Vargas

Orson Welles: Police Captain Hank Quinlan

Joseph Calleia: Police Sergeant Pete Menzies

Akim Tamiroff: 'Uncle' Joe Grandi 

Ο Μάικ Βάργκας (Charlton Heston) είναι ένας Μεξικάνος αστυνομικός, που έχει διακριθεί κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, στο τμήμα δίωξης ναρκωτικών. Έχει μόλις παντρευτεί τη Σούζαν, μία γοητευτική Αμερικανίδα (Janet Leigh) και ξεκινούν το μήνα του μέλιτος στην πόλη Los Robles, που βρίσκεται στο Μεξικό, ακριβώς δίπλα στα σύνορα με τις ΗΠΑ. Η ηρεμία τους όμως, διακόπτεται απότομα, όταν δολοφονείται με βόμβα που τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο του, ο αρχιμαφιόζος της πόλης. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο αμερικάνος αστυνομικός Χανκ Κουίνλαν (Orson Welles). Ο Κουίνλαν είναι διαβόητος για το ότι βρίσκει πάντα το στόχο του και εξιχνιάζει όλες τις υποθέσεις, αλλά, χωρίς να φαίνεται, αν και κατά πόσο, τις χειρίζεται πάντα με καθαρό τρόπο. Επειδή όλα συμβαίνουν στα σύνορα, αλλά κυρίως σε μεξικάνικο έδαφος, ο Βάργκας επιστρατεύεται στην υπόθεση. Ο Κουίνλαν αγανακτά γρήγορα βλέποντας πως θα έχει τον επίμονο Βάργκας μέσα στα πόδια του και «μαγειρεύει» τα πειστήρια, για να βρει ένα ένοχο και να κλείσει την υπόθεση. Για να πετύχει το στόχο του, ο Κουίνλαν συνεργάζεται με έναν δευτεροκλασάτο μαφιόζο, τον Τζο Γκράντι (Akim Tamiroff), ο οποίος θέλει να τρομοκρατήσει τον Βάρκγας, που είναι ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του αδελφού του, σπιλώνοντας τη τιμή της συζύγου του Σούζαν.

Η γενική αίσθηση : Πιο «Νουάρ» ... δεν βλέπεις πια τίποτα στην οθόνη!!!! Ιδανικό για τους λάτρεις, SOS για τους μελετητές και η αρχή που θα σημαδέψει τους νεοφώτιστους.

Το σενάριο : Είναι εξαιρετικό και ίσως ο βασικότερος (και ενδεχομένως κρυμμένος, κατά κάποιο τρόπο, στη «σκιά» της σκηνοθεσίας) λόγος, που το έργο είναι τόσο εντυπωσιακά διαχρονικό.

Πρόκειται για τη μεταφορά στην οθόνη ενός μυθιστορήματος «δευτερεύουσας σημασίας» (με την έννοια που το λογοτεχνικό genre «pulp fiction» είναι δευτερεύουσας σημασίας) με τίτλο “badge of evil” του Whit Masterson.

Την σεναριακή προσαρμογή έκανε ο Paul Monash. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις του Welles στο σενάριο ήταν τόσες πολλές, διευσδυτικές και ανατρεπτικές, που τελικά στο generique μόλις και μετά βίας πιστώνεται η συγγραφή του σεναρίου στον Monash.

Θεωρείται ότι ο Welles, δεν είχε διαβάσει ποτέ το μυθιστόρημα στο οποίο βασίστηκε η ταινία και ότι οι παρεμβάσεις του στο κείμενο του Monash, είχαν σαν μόνο ουσιαστικό στόχο και αποτέλεσμα, να μεταθέσουν το κέντρο βάρους του σεναρίου στα θέματα που τον απασχολούσαν πάντα, δηλαδή στις προσωπικές εμμονές του, που συγκεκριμένα είναι : η φυσική ανθρώπινη ροπή, η προδιάθεση δηλαδή, προς το κακό και ο συνεπερχόμενος διπολισμός του ανθρώπινου ήθους (άσπρο-μαύρο, καλό -κακό), ο αμοραλισμός, και η διαφθορά των προσώπων που κατέχουν την εξουσία.

Η σκηνοθεσία : Η ταινία γυρίστηκε μέσα σε έξι εβδομάδες, δηλαδή σε χρόνο ρεκόρ. Τα γυρίσματα γίνονταν μόνο βράδυ, γιατί ο Welles (όπως ακριβώς και ο ήρωας που υποδύεται) σιχαινόταν να ανακατεύονται στα πόδια του οι υπεύθυνοι της παραγωγής και έκανε ότι μπορούσε για να τους αποφεύγει. Ήταν η πρώτη του εμφάνιση στα στούντιο σαν σκηνοθέτης, μετά από μία δεκαετία και ξεκίνησε με πολύ βαριά καρδιά, σχεδόν χωρίς όρεξη, επειδή τον πίεσε με τις προτροπές του ο Charlton Heston. Η παραγωγή ήταν συνεχώς καχύποπτη απέναντι του και τελικά τον απέλυσε πριν ολοκληρωθεί η φάση του post-production.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν μία εικόνα, που σήμερα (και τότε), στις συζητήσεις μεταξύ σκηνοθετών, οδηγεί στη γνωστή κατακλείδα : «έκανα μία ξεπέτα για να ξεμπλέξω».

Όταν όμως είναι κανείς ιδιοφυία, του μεγέθους του Orson Welles, η έννοια της «ξεπέτας» απλά, δεν υφίσταται. Δηλαδή, όταν κάποιος είναι σαν τον Welles, ακόμα κι αν πιέσει τον εαυτό του να κάνει μιά «ξεπέτα», η ξεπέτα δεν του «βγαίνει» ως τοιαύτη. Μοιραία λοιπόν, και αυτή η ταινία του πέρασε στην κατηγορία : αριστούργημα, και οι λόγοι που την κατατάσσουν εκεί είναι οι εξής :

α) Το αρκετά μεγάλης διάρκειας μονοπλάνο, με το οποίο ξεκινάει η ταινία και το οποίο είναι η πιο διάσημη σεκάνς του έργου. Πρόκειται για μονοπλάνο, που διδάσκεται πλέον στα πανεπιστήμια και τις σχολές κινηματογράφου, ως ιστορικής σημασίας και καινοφανούς τεχνικής.

Η κάμερα βρίσκεται σε ένα γερανό. Κάνει traveling, απογειώνεται από το έδαφος, κατεβαίνει, υψώνεται ξανά και συνεχίζει αυτές τις μεταβολές της κίνησης της, ενώ ταυτόχρονα, παραμένει «προσηλωμένη», να παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές, ενόσω εκείνοι περπατούν στο δρόμο και ανυποψίαστοι, άλλοτε πλησιάζουν και άλλοτε απομακρύνονται, από το αυτοκίνητο του αρχιμαφιόζου, που στο τέλος εκρήγνυται. Το πλάνο αυτό, σήμερα, ίσως και να περάσει απαρατήρητο, από κάποιον που βλέπει ανυποψίαστος το έργο για πρώτη φορά. Κι αυτό γιατί η τεχνική του έχει αντιγραφεί τόσες πολλές φορές, από τότε, που πλέον θεωρείται πραγματικά δεδομένο! Δηλαδή, δεν μπορούμε πια, να νιώσουμε την έκπληξη που ένιωσαν οι θεατές το 1958, ωστόσο είναι και αδύνατον, να μην αισθανθούμε τη δύναμη του. Τραβάει τον θεατή σαν δίνη και τον βάζει μέσα στο φιλμ. Μεταφέρει τον απόηχο της πόλης, που από μακριά μοιάζει σαν να διασκεδάζει, αλλά που μεταδίδει και μιά ανησυχία. Προαισθάνεται κανείς ότι κάτι δεν θα πάει καλά, αλλά δεν μπορεί να εντοπίσει τί ακριβώς.

Ο Welles γύρισε αυτό το πλάνο πάρα πολλές φορές, επί μία ολόκληρη νύκτα (στις 14 Μαρτίου 1957). Για πρακτικούς λόγους τα γυρίσματα έγιναν στην πόλη Venice της Καλιφόρνια, που πείθει ότι πρόκειται για την μεξικάνικη Los Robles, στην οποία υποτίθεται ότι διαδραματίζεται η ιστορία.

Τελικά, ο Welles θεώρησε ικανοποιητική, μόνο την τελευταία λήψη (στην οποία μπορεί κανείς, αν ειναι, πες, μελετηρός και ενδιαφέρεται για τόση λεπτομέρεια, να διακρίνει το φως της αυγής που χαράζει στο βάθος του ορίζοντα). Η σκηνή αυτή καθορίζει το στίγμα όλης της ταινίας, δημιουργεί την ατμόσφαιρα, απλώνει το νουάρ, θέτει φόντο και δίνει το ρυθμό, στον οποίο θα κινηθεί όλη η υπόλοιπη κινηματογραφική αφήγηση. (Μην τη χάσετε!!!! Πηγαίνετε νωρίς στην αίθουσα και φροντίστε να έχετε ξεμπερδέψει από το μπαρ – μεξικάνικα νάτσος και τα τοιαύτα- πριν πέσουν οι τίτλοι της αρχής!!!) (Μιλάω γενικά!! Παρακαλώ πολύ την πολυαγαπημένη cinefan Loramars, να μην το εκλάβει ως προσωπική αιχμή - χεχεχε)

            β) Ο διευθυντής φωτογραφίας Russel Metty δημιούργησε για την ταινία, ένα (συγχωρείστε το καταχρηστικό οξύμωρο, αλλά πώς αλλιώς να το πεις;;;) «νέο διαυγές chiaroscuro», που καθορίζει το «νουάρ» με έναν άλλο τρόπο, πιο μοντέρνο και σαφώς πιο στυλιζαρισμένο από εκείνον των προηγούμενων δεκαετιών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις σκιές των ηθοποιών που πραγματικά παίζουν στο έργο και λαμβάνουν ενεργά μέρος στη σύνθεση των ανεπανάληπτων εικόνων.

           

γ ) Πέρα όμως απο την φωτογραφία, προστίθενται και άλλα στοιχεία (π.χ. εφημερίδες στροβιλίζονται, χωρίς να πνέει τόσο δυνατός άνεμος) τα οποία συνδυάζονται με τη σκηνογραφία (π.χ. ένα βαλσαμωμένο κεφάλι ταύρου κρέμεται «υπέρβαρο», με τα σπαθάκια του ταυρομάχου καρφωμένα επάνω του, όπως ακριβώς λίγο πριν ξεψυχήσει το ζώο που βαλσαμώθηκε. Το βλέπουμε στον τοίχο του «μαγαζιού» της Τάνυα-Marlene Dietrich, πάνω από την πολυθρόνα στην οποία κάθεται ο Κουίνλαν-Welles, ως μια «ευανάγνωστη αλληγορία») και την ενδυματολογική λεπτομέρεια (π.χ. ο κορσές της Janet Leigh στην περίφημη σκηνή του μοτέλ, που την κάνει να φαίνεται τελικά, σαν κορίτσι του καμπαρέ, αλλά και άσπιλη, όπως το λευκό σατέν από το οποίο είναι φτιαγμένος). Δημιουργείται δηλαδή, ένα εντυπωσιακό, ευφυέστατο και λεπτομερέστατο στυλιζάρισμα της εικόνας. ‘Ετσι, το φόντο της εικόνας αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος την ευθύνης για την απόδοση της αίσθησης του νουάρ. Και με τον τρόπο αυτό, οι διάλογοι αποδεσμεύονται κατά κάποιο τρόπο, από το σύνολο του βάρους αυτής της ευθύνης, και τους παρέχεται μιά σχετική ελευθερία, για να αποτολμήσουν διατυπώσεις, που περικλείουν ένα λανθάνον χιούμορ κι ένα σαρκασμό, καθώς φλερτάρουν διακριτικά με ένα φιλοσοφίζον ύφος.

δ) Η εξαιρετική μουσική επένδυση του Henry Mancini, καθώς και το ότι η μουσική που ακούγεται στο φιλμ προέρχεται πάντα από πηγές (ραδιόφωνα, τζουκ-μποξ, πιανόλα κλπ) που βρίσκονται εντός του πλάνου και συμμετέχουν στη ταινία. Ο Welles ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτό τον τρόπο εισαγωγής της μουσικής υπόκρουσης. Ήταν επίσης ένας από τους πρώτους που αναγνώρισαν το ταλέντο του Mancini.

Οι ηθοποιοί : Το εκπληκτικό καστ και οι εξαιρετικές ερμηνείες είναι ένας ακόμη λόγος που κάνει την ταινία αριστούργημα. Ο Charlton Heston, (περασμένος ένα ελαφρύ χέρι φούμο - για να δείχνει πιο μεξικάνος) αποδίδει τον άτεγκτο αστυνόμο πειστικότατα και με εντυπωσιακή ευκολία.

Το ίδιο εύκολα και ανάλαφρα πλάθει το χαρακτήρα της η Janet Leigh. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη σε ένα ρόλο, που επανειλημμένα απαιτεί, να αφήσει να διαγραφούν τα κωμικά στοιχεία της κατάστασης στην οποία περιέρχεται, χωρίς όμως ο θεατής να γελάσει, όπως θα γελούσε εάν έβλεπε κωμωδία. ‘Ολη αυτή η μαεστρία της, φαίνεται στη σκηνή, κατά την οποία έχει ουσιαστικά απαχθεί από τον μαφιόζο Γκράντι, ο οποίος έχει πρόθεση να την τρομοκρατήσει. Εκείνη, αντί να φοβηθεί, του αντεπιτίθεται ατρόμητη, του κάνει μαθήματα συμπεριφοράς και ουσιαστικά τον απειλεί, σε ένα τόνο, που ο μαφιόζος πραγματικά σκιάζεται!

Εντυπωσιακή φυσικά και η παρουσία της Marlene Dietrich, ως Τάνυα, η οποία τελικά, λέει όλες τις «βαθυστόχαστες» δραματικές και μοιραίες ατάκες, που θεωρούνται εμβληματικές της ταινίας. (Όπως είναι ευνόητο, μόνο η Marlene Dietrich θα μπορούσε να εκστομίσει τέτοιες ατάκες και να ακουστούν έτσι, τόσο ακλόνητες και αδιαμφισβήτητες! π.χ. Κουίνλαν : Come on, read my future for me. Τάνυα : You haven`t got any. Κουίνλαν: What do you mean? Τάνυα : Your future is all used up. Ή επίσης, Κουίνλαν : I`m Hank Quinlan. Τάνυα : I didn`t recognize you. You should lay off those candy bars.)

Οι ερμηνείες του Dennis Weaver, που υποδύεται τον νυχτερινό φύλακα του μοτέλ και του Joseph Celleia, που υποδύεται τον πιστό φίλο του Κουίνλαν, θεωρούνται ιστορικής σημασίας και είναι πράγματι εντυπωσιακές, παρά το ότι με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, η ερμηνεία του Dennis Weaver, θα άγγιζε (θα ποδοπατούσε, για την ακρίβεια) τα όρια της μπαλαφάρας.

Ωστόσο, όλες αυτές οι εξαίρετες ερμηνείες μοιάζουν σαν να είναι δευτερεύοντα διακοσμητικά στοιχεία, που απλώς πλαισιώνουν, τον ένα και μοναδικό ογκόλιθο, που καταλαμβάνει με την ερμηνεία του την οθόνη και μονοπωλεί κάθε πλάνο, στο οποίο εφμανίζεται : τον Orson Welles. Η ερμηνεία του είναι τόσο τέλεια, που είχε εισπράξει, κάθε πιθανό είδος επαινετικού σχολίου, αλλά ακόμα και τη μομφή, ότι επρόκειτο για επιδειξιομανιακή κρίση, προβολής των δεξιοτήτων του.


Ascenseur Pour L'echafaud 1958

Ascenseur Pour L'echafaud 1958

Ασανσέρ για Δολοφόνους


Σκηνοθεσία: Louis Malle

Σενάριο: Roger Nimier, Louis Malle

Είδος: Crime, Drama, Thriller. Γαλλικά

Διάρκεια: 1h 31min

Γλώσσα: Γαλλικά

Παίζουν:

Jeanne Moreau: Florence Carala

Maurice Ronet: Julien Tavernier

Georges Poujouly: Louis

Yori Bertin: Véronique

Jean Wal: Simon Carala

Elga Andersen: Frieda Bencker

 

Τι συμβαίνει όταν το ασανσέρ της μοίρας μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε απογειώσει στο ζενίθ του έρωτα και να σε καθηλώσει έγκλειστο στη φυλακή; Την απάντηση θα την βρεις στο Ασανσέρ για Δολοφόνους!

Η γοητευτική κυρία Carala(Jeanne Moreau) σχεδιάζει με το έτερον ήμισυ, τον κύριο Tavernier(Maurice Ronet), τη δολοφονία του διάσημου επιχειρηματία και συζύγου Carala, ώστε οι δύο πρώτοι να ζήσουν ανεμπόδιστα τον έρωτα τους. Αρχικά όλα κυλούν κατ' ευχήν. Στη συνέχεια όμως, καθώς ο κύριος Tavernier επιστρέφει για να αφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος, θα βρεθεί εγκλωβισμένος στο ασανσέρ του κτιρίου. Στο μεσοδιάστημα, νεαρό ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητο του κυρίου Tavernier. Και διαπράττει άθελα διπλό (φονικό) έγκλημα στο όνομα του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Και η υπόθεση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για την αστυνομία.

           

Το Ascenseur pour l'echafaud είναι μια ιδιοφυής προέκταση του κλασσικού νουάρ. Ο προνομιούχος θεατής είναι γνώστης μιας μπλεγμένης ιστορίας που οι κινηματογραφικοί ήρωες καλούνται να εξιχνιάσουν. Οι φωτοσκιάσεις τρεμοπαίζουν μυστηριακά στα βαθιά κάδρα του Louis Malle, αναδύοντας μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ενώ οι Jazz τρομπέτα του Miles Davis αυτοσχεδιάζει και γεμίζει στιβαρά το κενό με την ανάλογη απόχρωση. Στα συν αξίζει να αναφέρουμε τη μοναδική ερμηνεία της Jeanne Moreau, η οποία υποδύεται με εξαιρετικά λεπτό τρόπο τον ρόλο της γυναίκας αράχνης!

Η ταινία, ως ένα story που χρήζει ξεδιάλυνσης, μεταχειρίζεται μαεστρικά το τρίπτυχο είναι-έχειν-φαίνεσθαι. Άλλωστε ο (πάντα) επίκαιρος υποβιβασμός του είναι στο έχειν οδηγεί σε μια απατηλή φαινομενικότητα των πραγμάτων. Αρκεί να προσέξουμε πως ο σκηνοθέτης μεταχειρίζεται τη βροχή. Ακούμε διαρκώς μπουμπουνητά χωρίς να βρέχει. Οι αστραπές συνδέονται άχρονα με τα μπουμπουνητά, καθώς το φως προηγείται του ήχου. Ωστόσο και τα δύο αναφέρονται στο ίδιο φαινόμενο. Και επιπροσθέτως, σπάνια ο κεραυνός και η αστραπή συνδέονται με βροχόπτωση. Κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την ανεπάρκεια των αισθήσεων(όραση, ακοή, αφή) να οδηγούν με συνέπεια στην πραγματικότητα!

Παρατηρούμε πως το αρσενικό του νεαρού ζεύγους φορώντας και οδηγώντας τα αντικείμενα του Tavernier, αποκτάει και το όνομα του Tavernier. Επίσης η κυρία Carala ταυτίζει απατηλά το αυτοκίνητο(έχειν) με τον κύριο Tavernier(είναι). Το ίδιο πράττει και η αστυνομία. Που χρεώνει έναν διπλό φόνο στον Tavernier κρίνοντας αποκλειστικά απ τα αντικείμενα με τα οποία φέρεται να διαπράχθηκε ο φόνος. Έτσι η άστοχη ταύτιση του έχειν(αντικειμένων) με το είναι(ύπαρξη) οδηγούν σε μια απατηλά ψευδή φαινομενικότητα. Και τελικά, μόνο ένα αδιαπραγμάτευτο φωτογραφικό ντοκουμέντο μπορεί να φωτίσει την πραγματικότητα ως έχειν στους λοξοδρομημένους λογισμούς των ηρώων.

 


 

MON ONCLE 1958

MON ONCLE 1958

Ο Θείος μου

 


Σκηνοθεσία: Jacques Tati

Σενάριο: Jacques Lagrange, Jean L'Hôte, Jacques Tati

Είδος: Comedy, JACQES TATI

Διάρκεια: 01:57

Γλώσσα: Γαλλικά

Παίζουν:

Jean-Pierre Zola: Charles Arpel

Adrienne Servantie: Madame Arpel

Lucien Fregis: Monsieur Pichard

Betty Schneider: Betty / Landlord's Daughter

Jean-François Martial: Walter

 

Μιλώντας για τον Tati σε ένα από τα DVD των ταινιών του (νομίζω στις Διακοπές του κου Ιλό/1953), ο Terry Jones των Monty Python, λέει πως το έργο του τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως "η κωμωδία μπορεί να είναι συγχρόνως αστεία και πανέμορφη". Ο εμπνευστής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ενσαρκωτής του κυρίου Ιλό, ο Jacques Tati, δεν σχεδιάζει μονάχα αρμονικές σειρές από πανέξυπνα gags, αλλά τα στήνει με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό: σίγουρα προβαρισμένο μέχρι τελικής πτώσης και εξαντλητικά μηχανικό, αλλά και την ίδια ώρα γοητευτικό σαν άναρχη τζαζ μελωδία ερωτευμένη με την αυστηρότητα του μετρονόμου. Ο κύριος Ιλό, ένας ιδιότροπος, ολιγόλογος Γάλλος που κυκλοφορεί πάντα με μπεζ αδιάβροχο, καπελάκι, πίπα, μακριά ομπρέλα και ποδήλατο, εικονικός εκπρόσωπος της ζαμανφού Γαλλίας, έρχεται σε επαφή με το πλήρως αυτοματοποιημένο μεταμοντέρνο περιβάλλον της αδερφής του, του βιομηχάνου συζύγου της και του εν δυνάμει σκανδαλιάρη γιού τους. Και όπως είχε συμβεί με τον μακρινό του πρόγονο, Charlie Chaplin, στους Μοντέρνους Καιρούς (1936), ο Ιλό φέρνει την καταστροφή.

Μετά τις "Διακοπές του κυρίου Ιλό" και πριν το "Play time", ο Ζακ Τατί άγγιξε το ζενίθ της δημιουργικότητάς του συμπυκνώνοντας με ευφάνταστο τρόπο, ακρίβεια περιγραφής και λυρικό οίστρο (η σκηνή όπου ανοιγοκλείνει το παράθυρο για να κελαηδίσει το πουλί - δες πρώτο βίντεο - είναι ενδεικτική), όλα τα χαρακτηριστικά του έργου του: την χλευαστική περιγραφή και σάτιρα του μοντέρνου βιομηχανοποιημένου κόσμου της άκρατης τεχνολογικής εξέλιξης και του αυτοματισμού, του αστικού νεοπλουτισμού που κατέκλυσε τη μεταπολεμική Ευρώπη, των συνηθειών και της αισθητικής του σύγχρονου αστού, με βαθύ όμως ουμανισμό και τρυφερότητα.

Ο λόγος είναι ελάχιστος, τα χρώματα αποκτούν συμβολική σημασία (όπως η πλούσια βίλα, οι χρωματικοί όγκοι της οποίας θυμίζουν μοντέρνο πίνακα), η ηχητική μπάντα αποκτά για μία ακόμη φορά τεράστια αξία (οι χτύποι, τα βουητά, τα τριξίματα, οι τσιριχτοί ήχοι των διαφόρων αντικειμένων του Αρπέλ και των μηχανημάτων στο εργοστάσιο - κανείς άλλος σκηνοθέτης δεν δούλεψε ποτέ με την ηχητική μπάντα με τον τρόπο που το έκανε ο Τατί) και για πρώτη φορά στο έργο του παρουσιάζεται με τόση καθαρότητα η διαλεκτική σχέση του παλιού με το καινούριο (από τη μία ο μηχανοποιημένος αστικός κόσμος με τον αυτοματισμό και την ψυχρότητα, από την άλλη η φτωχογειτονιά με τον αυθορμητισμό και την ανθρώπινη ζεστασιά), πυροδοτώντας την νοσταλγία, μια μελαγχολική διάθεση, συνάμα με μια αόριστη αισιοδοξία.


Taxi Roulotte et Corrida 1958

Taxi Roulotte et Corrida 1958

Λαθρέμπορος με το Ζόρι 


Σκηνοθεσία: André Hunebelle

Σενάριο: Jean Halain, Jean Aurel, André Hunebelle

Είδος: Comedy, Louis de Funes

Διάρκεια: 01:26

Γλώσσα: Γαλλικά

Παίζουν:

Louis De Funes: Maurice Berger

Raymond Bussieres: Léon

Annette Poivre: Mathilde / la femme de Léon/Léon's wife

Guy Bertil: Jacques Berger

Véra Valmont: Myriam

 

0 Λουί είναι ένας σκληρά εργαζόμενος αλλά Θεότρελος ταξιτζής στο Παρίσι. Μαζί με την οικογένειά του ταξιδεύει προς την ισπανία. Οι ελεγκτές στο τελωνείο είναι πολύ σχολαστικοί και ο φίλος μας ανησυχεί, γιατί θέλει να περάσει λαθραία καπνό για τις διακοπές του..!